Displaying items by tag: Ναταλία Κουτσούγερα
6 χορογραφίες - "Work in Progress" (Ναταλία Κουτσούγερα)
|
Αμέσως μετά το αντιρατσιστικό-αντιφασιστικό Φεστιβάλ στο Εμπρός (19-21 Απριλίου), το ελεύθερο-αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο αφιέρωσε το επόμενο τριήμερο του Απριλίου (26-28) σε 6 χορογραφίες υπό επεξεργασία. Αν και διαφορετικές μεταξύ τους, οι χορογραφίες αυτές συναρθρώνονταν γύρω από τον «πολιτικό» χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων και των ανθρώπινων σχέσεων σε μια διάθεση πρόδηλης ή υπόρρητης, αλληγορικής κριτικής αντικατοπτρίζοντας απόλυτα το πνεύμα και το πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Εμπρός.
Το πρόγραμμα των παραστάσεων ξεκίνησε με ένα μετωπικό σχόλιο-επιτέλεση για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την καταστροφή της σε ερμηνεία και χορογραφία του Γιάννη Καρούνη. Οι συγκεντρωμένες πλαστικές σακούλες διάσπαρτες στο κέντρο της σκηνής τράβηξαν αμέσως τη προσοχή μας. Η performance άρχισε σιωπηλά, με τον Καρούνη καθισμένο σε μια καρέκλα με την πλάτη του στο κοινό και μυστηριωδώς ανέκφραστο. Αφήνοντας την καρέκλα, η performance συνεχίστηκε με τις απλές περιφορές του γύρω από τις σακούλες αναπτύσσοντας σταδιακά μια έντονη εκφραστικότητα στοχεύοντας άμεσα στην δημιουργία ερωτημάτων στο κοινό. Η εκφραστικότητα αυτή συνδυάστηκε με την μανιώδη αποθήκευση των πεταμένων πλαστικών στο σώμα του και κάτω από τα ρούχα του. Η αποκρουστική παραμόρφωση του σώματος του δεν άργησε να έρθει και να συνοδευτεί από μια μεταμόρφωση του προσώπου του αποτυπώνοντας τα συναισθήματα κενότητας, ματαιοδοξίας και ναρκισσισμού του σύγχρονου ανθρώπου της κατανάλωσης που περιγράφεται από τον χορογράφο ως μια παθολογική και σχιζοφρενική προσωπικότητα. Ο σύγχρονος αστός έχει μετατραπεί σε ένα μηχανιστικό, πειθήνιο όργανο της ίδιας της κατανάλωσης έχοντας χάσει την επαφή του με οποιαδήποτε φυσική υπόσταση. Ζει για χρόνια εις βάρος του πλανήτη, εις βάρος των έμβιων όντων του και εις βάρος του εαυτού του. Το πλαστικό είναι υπό μια έννοια η εμβληματική μετουσίωση αυτής της επιθετικότητας απέναντι στη φύση και χαρακτηριστικό κομμάτι της από-φυσικοποίησης του ατόμου και για αυτό εύστοχα χρησιμοποιείται εδώ ως μεταφορά από τον χορογράφο. Θα μας άρεσε ενδεχομένως να δούμε και μια περεταίρω σύνδεση της συγκεντρωτικής μανίας του ανθρώπου με την ανεστραμμένη, ουτοπική πραγματικότητα της σύγχρονης κατανάλωσης σε καιρούς κρίσης: τι συμβαίνει όταν ο εκμαθημένος, υπερτροφικός καταναλωτής δεν μπορεί πια να καταναλώσει; Η δωδεκάλεπτη αυτή παράσταση έκλεισε με ένα συγκινητικό βίντεο για την καταστροφή των πουλιών (που συμβολικά αντιπροσωπεύουν και την ελευθερία) από το πλαστικό και τα απόβλητα ενεργοποιώντας τις συνειδήσεις μας για να αναλάβουμε μια ευθύνη που ισοδυναμεί με την ουσία της ελευθερίας μας.
Το Μην πας να κοιμηθείς ξανά σε χορογραφία και ερμηνεία του Τίμου Ζέχα και σε φωνητική ερμηνεία της Βιβιάννας Γιαννάκη μας έβαλε στη συνέχεια σε ένα διαφορετικό ποιητικό κλίμα και σε ένα κλίμα ερωτικής μελαγχολίας για τα βάθη του αληθινού έρωτα που δύσκολα μπορεί να προσεγγίσει κανείς, την μοναχική εσωτερική πάλη της αναζήτησης του και του χασίματος του εαυτού μέσα στην τροχιά του. Ο Ζέχας σε σκούρο Η σκοτεινότητα συνεχίστηκε αμέσως μετά αλλά με γερές δόσεις χιούμορ στην κατάλληλη στιγμή για να μας αποσπάσουν από το μελαγχολικό κλίμα. Στην ενεργητική παράσταση του Ερμή Μαλκότση POL15 που είχε παρουσιαστεί ξανά στα πλαίσια του 3ου Athens Video Dance Project 2012, ο χορογράφος εμπνέεται από το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη Η Πόλις για να στήσει ένα σκοτεινό, αλλά και αμφιλεγόμενο ως προς την σκοτεινότητα του, θέαμα. Με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, μοιάζει σαν έναν αστικό νίντζα μηχανευόμενο Η έκτη και τελευταία παράσταση, ΗΑΘΑΡ, έκλεισε τη βραδιά της Παρασκευής και ήταν μια υποσχόμενη χορογραφική σύλληψη με πολλές ιδιαιτερότητες και διακυμάνσεις στην υλοποίηση της αλλά και κάποια μικροατυχήματα που δεν κατάφεραν ευτυχώς να εμποδίσουν τους καλλιτέχνες. Το ΗΑΘΑΡ της Ανδρονίκης
Ναταλία Κουτσούγερα Οι 6 χορογραφίες- Work in Progress παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Εμπρός στις 26, 27, 28 Απριλίου 2013
2013-05-01 |
Κίνηση προς τα Εμπρός (Ναταλία Κουτσούγερα)
|
Η ιδιόμορφη παράσταση της αυστριακής ομάδας Editta Braun πραγματεύτηκε το αμφιλεγόμενο νόημα της τέχνης και την αμηχανία που νιώθει κανείς και ιδιαίτερα ο καλλιτέχνης, μπροστά στο ραγδαίο, καταστροφικό καπιταλιστικό φαινόμενο. Τόσο η μορφή όσο και η δράση του ατόμου μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής λαμβάνουν μια γκροτέσκα διάσταση που διαπερνά κάθε εκλογικευμένη πρόταση, αποδοχή ή αντίδραση. Αν και εντυπωσιακή χορογραφικά στην αρχή, η μακροσκελής αυτή παράσταση έχασε την μεταδοτικότητα της προς το τέλος, μας κούρασε και μας μπέρδεψε αναφορικά με τον στόχο και την πρόθεση του έργου, ενώ η καυστικότητα υπερτονίστηκε. Την Κυριακή 29 Απριλίου ιδιαίτερα παραγωγική αποδείχτηκε η συζήτηση του Γιώργου Μητρόπουλου με την Πωλίνα Κρεμαστά (what if/I would you) και την Πατρίσια Απέργη για τη διαδικασία παραγωγής του Era Povera, όπου και αναδείχτηκαν οι σημασίες και οι τρόποι μεταφοράς της απτικής επικοινωνίας και της καθημερινής εξουσιάζουσας σωματικότητας των κατοίκων της πόλης μέσα στο συγκεκριμένο χορογραφικό έργο. Το ενδιαφέρον εντάθηκε ωστόσο τις τελευταίες ώρες της Κυριακής, όπου διενεργήθηκαν δυο σημαντικές δράσεις με στόχο την ενδυνάμωση της ελληνικής χορευτικής κοινότητας, την ανάπτυξη συζήτησης για την ανάγκη του κριτικού λόγου και την ανταλλαγή απόψεων για την εύρεση πρακτικών λύσεων που αφορούν στην προώθηση του χορού στην Ελλάδα. Κάποιες από τις γνωστές φυσιογνωμίες του χώρου που συμμετείχαν ενεργά ήταν: η Βίκυ Μαραγκοπούλου, η Χριστιάνα Γαλανοπούλου, η Στεργιανή Τσιντζιλώνη, η Σοφία Αναστασοπούλου, ο Κωνσταντίνος Μίχος και άλλοι. Οι δυο κεντρικές θεματικές περιστρέφονταν γύρω από 2 επίκαιρα ζητήματα: α) Με αφορμή την απουσία κριτικών χορού στα Έντυπα Μέσα τον τελευταίο καιρό, τέθηκε το ερώτημα του κατά πόσο η κριτική είναι σημαντική και αν εντέλει μας είναι απαραίτητη. (Με ή χωρίς κριτική;) β)Προτάσεις για τη δημιουργία ενός ρεαλιστικού πλαισίου δικτύωσης και καταγραφή δράσεων συλλογικού χαρακτήρα μαζί με προγράμματα καλλιτεχνικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου, ως ένα νέο υπόδειγμα συλλογικότητας που αντιτίθεται σε παλαιότερες δομές, νοοτροπίες και ταξινομήσεις που έχουν ήδη δοκιμαστεί. (on continuity?) Καθισμένοι όλοι κυκλικά στη σκηνή του Εμπρός, με λίγη αμηχανία αλλά και αμέριστη θετική προδιάθεση καλεστήκαμε από τη συντονίστρια της πρώτης ενότητας Μέντη Μέγα να αναλάβουμε δράση και να αναγράψουμε σε δυο μέρη του πίνακα τις απόψεις μας για το αν χρειάζεται η κριτική ή όχι. Προς υπεράσπιση της κριτικής γράφτηκαν κάποιες λέξεις όπως «πολυφωνία», «ανταλλαγή απόψεων», και η λιτή φράση «είναι ένα όπλο» του Κωνσταντίνου Μίχου, ένα όπλο τόσο για το κοινό όσο και για τον ίδιο τον χορογράφο. Στην μεριά του πίνακα «χωρίς κριτική», η κριτική βρέθηκε απέναντι από την πράξη, ενώ παράλληλα τονίστηκε η πελατειακή σχέση ή σχέση συμπάθειας ανάμεσα στο χορογράφο και τον κριτικό. Παρόλα αυτά υπερτέρησαν τα πλεονεκτήματα και οι λόγοι για την ύπαρξη της κριτικής. Στη συζήτηση που ακολούθησε αναφέρθηκαν καίρια θέματα σχετικά με την πρόθεση του κριτικού (ανάδειξη παράστασης, ανάλυση, καταστροφή), την εστίαση της κριτικής (τεχνική-σωματική κίνηση, θεωρητική και φιλοσοφική διάσταση της παράστασης, συναισθηματική διάσταση), καθώς και τα στοιχεία που έχουν να κάνουν με την ιδιοσυγκρασία του κριτικού, το έθος του και τη σχέση του με το χώρο του χορού. Ο Κωνσταντίνος Μίχος τόνισε ότι συχνά παρατηρείται μια καχυποψία για τους κριτικούς, ενώ ξεχνάμε κάποιες φορές ότι οι κριτικοί λειτουργούν σαν τους ιππότες, προσπαθώντας να υπηρετήσουν μια ηθική τάξη πραγμάτων μέσα από την προσωπική τους αξιολογική ματιά, διαδικασία που περιλαμβάνει εσωτερικές συγκρούσεις και αμφιθυμίες, καθώς και την ανάληψη αποφάσεων και ευθυνών που έχουν πάντα ένα κόστος και για τους ίδιους. Κάποιοι πάλι ταύτισαν την κριτική με τη θεωρία βρισκόμενη στον αντίποδα της πράξης. Και αν ακόμα αποδεχτούμε όμως την αλήθεια αυτής της αντιπαραβολής παραβλέπουμε ότι ένας κριτικός ή αναλυτής είναι ένα κομμάτι του κοινού – και βάζοντας σε εισαγωγικά κάποιες αδιαφανείς σχέσεις – ως τέτοιο εκκινεί εξίσου από τη βίωση της παράστασης χρησιμοποιώντας όχι μόνο τα θεωρητικά εργαλεία που έχει μάθει από το πανεπιστήμιο αλλά και την προσωπική του συναισθηματική παρακαταθήκη. Έτσι μάλλον το βίωμα της παράστασης βρίσκεται ενισχυμένο από τον συνδυασμό και των δυο, χωρίς να αναιρείται η ουσία και δύναμη της εμπειρίας. Ακόμα και η ανεπάρκεια του λόγου για την απόδοση μιας παράστασης είναι εκεί για να προκαλέσει μια αντίδραση που αξίζει να σημειωθεί από τον χορογράφο και τον απλό παρατηρητή. Τι είναι άλλωστε η καλή κριτική αν δεν είναι η παράθεση του βιώματος και αν δεν αγγίζει βαθιά το αισθητικό υποκείμενο; Τι αξίζει επίσης μια κριτική που δεν αναδεικνύει τις πολλαπλές θεάσεις ενός έργου και που δεν προτρέπει τον καλλιτέχνη και το κοινό να διαγράψουν μια πορεία εσωτερικού διαλόγου με τον εαυτό τους; Και ποια η ουσία της ενατένισης εάν δεν υπάρχει κάποιου είδους κριτική; Όπως ανέφερε και η Μπετίνα Παναγιωτάρα η κριτική ανάλυση μιας παράστασης αποτελεί ένα αρχείο αναπαράστασης που βοηθά όχι μόνο το χορογράφο ή το κοινό, αλλά και τον ιστορικό και ερευνητή. Για την γράφουσα η ενδοσκόπηση στο περιεχόμενο μιας παράστασης είναι ταυτόχρονα και μια αντανάκλαση στους πολιτισμούς του σήμερα, ένα αποτύπωμα του ατόμου, της εποχής, του τόπου, της συγκυρίας και του συμφραζομένου. Συνάμα η κριτική μοιάζει να πολεμά το εφήμερο της παράστασης, εικονίζοντας τη διάρκεια της αναπαράστασης της στο χρόνο. Μετά από ένα σύντομο διάλλειμα και ήδη ζεσταμένοι από την προηγούμενη κουβέντα καθόμαστε ξανά σε έναν κύκλο φανερά πιο φιλικοί μεταξύ μας με τη Μαρία Κολιοπούλου στο ρόλο της συντονίστριας και την Τζένη Αργυρίου στη θέση του καταγραφέα της δεύτερης ενότητας. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τη δημιουργία ενός δικτύου και μιας ρεαλιστικής επικοινωνίας του χορού στη σημερινή δύσκολη συγκυρία. Ανεξάρτητα από το αν κάποιοι μίλησαν με όρους παραγωγής-κατανάλωσης και άλλοι για δράσεις με περισσότερο «ελεύθερο» χαρακτήρα έξω από τα στενά όρια της αγοράς, οι κεντρικές ιδέες συνοψίστηκαν ως εξής: Θα πρέπει να βρεθούν οι άνθρωποι-μεσάζοντες που θα βοηθήσουν στην διοργάνωση μικρών χορευτικών δράσεων (σε δήμους/σχολεία/θέατρα/πλατείες), καθώς οι ίδιοι οι χορογράφοι δεν μπορούν να αναλάβουν εξολοκλήρου τις οργανωτικές αρμοδιότητες. Χρειάζεται να βρεθούν χορηγοί που θα διαθέσουν κάποια ποσά (ακόμη και χαμηλά) τόσο σε Αθήνα όσο και στην περιφέρεια. Να γίνουν πιλοτικά προγράμματα (Βίκυ Μαραγκοπούλου) από τις ομάδες σαν μια άσκηση-έρευνα για τις ίδιες και τις περιοδείες τους, μεταφέροντας την εμπειρία αυτή και στις υπόλοιπες ομάδες. Να διευρυνθεί το κοινό που παρακολουθεί το σύγχρονο χορό, επικοινωνώντας με ευρύτερα κοινωνικά (λαϊκά) στρώματα (Κωνσταντίνος Μίχος). Να συνδυαστούν δημιουργικά εικαστικές και παραστατικές τέχνες στο επίπεδο των εκδηλώσεων (π.χ χορευτικά δρώμενα σε galleries). Να υιοθετηθούν μέσω του διαδικτύου καινούρια μοντέλα βιωσιμότητας και διαχείρισης, σχετικά με το πώς θα παράγονται τα έργα, πως θα διακινούνται και πως θα γνωστοποιούνται στο κοινό (Crowd Funding, Μανώλης Ανδριωτάκης). Σημαντικό ήταν και το τελευταίο σχόλιο του Μανώλη Ανδριωτάκη για να μεταστρέψουμε το δύσκολο κλίμα προς όφελος μας, αντιδρώντας με ταχύτητα και αμεσότητα στα εντόπια κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, μεταφέροντας χορογραφικά το κλίμα της Ελλάδας στο εξωτερικό όπου και διψούν για ανατροφοδότηση με δύσκολα πολιτικά θέματα που απασχολούν τελικά όλη την Ευρώπη και την παγκόσμια κοινότητα και προβληματίζουν ένα ευρύτερο κοινό. Έτσι σε ένα φορτισμένο και έντονα συγκινησιακό προεκλογικό κλίμα η επαφή αυτή μας γέμισε όλους, λιγότερο ή περισσότερο ειδικούς, με μια επιπρόσθετη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία για τη συγκρότηση μιας ανερχόμενης χορευτικής συλλογικότητας που αποζητά να δώσει λύσεις με όρους αμεσότητας και ρεαλιστικών πρακτικών ανταποκρινόμενη στις δεδομένες συνθήκες με σθένος, μαχητικότητα, ισότιμη συμμετοχή χωρίς προνομιακές προτεραιότητες ομιλητών και σεβασμό στην μοναδικότητα. Και μόνο λόγω αυτής της σημαντικής μετακίνησης σε νέους τρόπους συγχρωτισμού και επικοινωνίας καθώς και της επανεπινόησης μορφών δράσης και οργάνωσης, οι εμπνευστές και εκφραστές αυτής της ιδέας αξίζουν πολλούς επαίνους.
Ναταλία Κουτσούγερα για το Dancetheater.gr
2012-05-08 |

Στη συνέχεια ένα περίεργο τρίο, των Έτνυ Λάμε, Καμίλο Μπεντανκόρ και της Έλενας Σταυροπούλου έκανε την εμφάνιση του και άλλαξε την ατμόσφαιρα, μεταφέροντας μας αρμονικά στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων. Οι τρεις ερμηνευτές ξεκινώντας από κάποιες ατομικές προϊστορίες εκφραζόμενες κινησιολογικά μέσα από τις μοναχικές τους κυκλικές περιστροφές, αρχίζουν σιγά σιγά και παιγνιδιστικά να συσχετίζονται μεταξύ τους, να ανταλλάσσουν στοιχεία και τακτικές, να μεταφέρουν τις εξουσίες τους από τον έναν στον άλλον στην προσπάθεια τους να συνυπάρξουν ως ένα ενιαίο όλο, δηλαδή ως 1+1+1=1. Κινησιολογικά και χορογραφικά, πρωτότυποι ήταν οι χορευτικοί βηματισμοί στα «όρια» των βηματισμών των άλλων, οι παραλίγο συγκρούσεις και οι μεταφορές βάρους, ενώ ενδιαφέρον παρουσίασαν οι συνασπισμοί των δυο εναντίον ενός αλλάζοντας διαρκώς την εστίαση του θεατή, καθώς και οι στιγμές όπου η χορογραφία ξετυλίγονταν μετά από επιθετικές κινήσεις όπως το κλείσιμο του στόματος του άλλου. Βία και χαρά, επιθετικότητα και παιχνίδι, ανταγωνιστικότητα και συμπόρευση βρέθηκαν μαζί για να τονίσουν την διττότητα και πολλαπλότητα των ποιοτήτων του εαυτού και την διαρκή του τάση για αλλαγή και μετατόπιση. Αν και δεν μας έγινε απολύτως ξεκάθαρο, ίσως επιτηδευμένα από τους τρεις χορογράφους, το παραμύθι του γέρου ινδιάνου Τσερόκι που επέλεξαν για το τέλος κατασταλάζει τελικά την χορογραφική σύλληψη σε αυτή τη διττή ανθρώπινη φύση που ευνοεί την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν υπάρχει αυθύπαρκτο, αναίτιο και απροσκάλεστο καλό ή κακό, αλλά ούτε και ο νικητής είναι κάποιο από τα δυο. Και οι δυο όψεις βρίσκονται εντός μας και είναι στο χέρι του καθενός να επιλέξει την θέση του μέσα σε αυτές.
Πολύ σύντομα το σκηνικό έγινε πιο νουάρ με το Ιδεόγραμμα II: Άγραφος Νόμος της Στεφανί Τσάκωνα που αποτελεί μέρος ολιγόλεπτων performance από το 2009, στοχεύοντας στην στιγμιαία ευαισθητοποίηση του κοινού από μια εμφατική πολιτική δήλωση ανοιχτή στην ανάγνωση. Μέσα σε ένα τρομακτικό ηχητικό τοπίο κεραυνών και μέσα από τρεμάμενα φώτα διακρίνουμε μια φιγούρα που μοιάζει με νύφη… Τα φώτα ανοίγουν και καθώς παρατηρούμε την στοιχειωμένη νύφη με την κόκκινη κορδέλα (παραπέμποντας σε έναν φραγμό) το κομμάτι του John Lennon Imagine παίζει δυνατά. Η Κρισάνα Αλεφαντινού κρατά εμβληματικά μια σιδερένια ζυγαριά και η δυναμικότητα της θυμίζει το άγαλμα της ελευθερίας. Η αντίθεση της ζυγαριάς και του Νόμου με την απελευθερωτική μουσική του Lennon αποτυπώνει και την αντίθεση μεταξύ του πράττειν και του λέγειν, όπως και τις αντιφατικές πλευρές του σύγχρονου υποκειμένου.
τοπίο απόγνωσης ξεδίπλωσε ένα σόλο με στοιχεία σύγχρονου χορού διασταυρωμένα με στοιχεία ενός λαϊκού-κοινωνικού χορού όπως το ζεϊμπέκικο σωματοποιώντας την, γεμάτη ευθραυστότητα, ερμηνεία της Γιαννάκη. Προς το τέλος η ερμηνεία στίχων από το τραγούδι «Ησυχία» του Αλκίνου Ιωαννίδη έδωσαν έμφαση στην τραγικότητα του πρωταγωνιστή. Ο άνθρωπος στο ανομολόγητο και ανεκπλήρωτο του έρωτα βρίσκεται στο μεταίχμιο του σώματος και της ψυχής, δεν γνωρίζει θεό και πατρίδα, αιωρείται σαν άφυλο και ουδέτερο στοιχείο στον κόσμο και δεν αφιερώνεται πουθενά παρά μόνο στον «αγαπημένο» του. Κάποια στοιχεία που θα ξέφευγαν από την ελληνικότητα ενδεχομένως να έδιναν έναν άλλο τόνο στην παράσταση καθώς και να πρόσθεταν μια άλλη οπτική σε ευρύτερες εννοιολογήσεις του έρωτα.
τρόπους για να πραγματοποιήσει κάτι μη εμφανές στο κοινό, κινούμενος τρομαγμένος ανάμεσα σε θρασείς ανθρώπους. Στην σκηνή συνεχώς μπαινοβγαίνουν αδίστακτοι σκοτεινοί τύποι (Γιάννης Καρούνης, Καμίλο Μπεντανκόρ), κουκουλοφόροι που μεταφέρουν πόρτες και πετούν τυλιγμένα χαρτιά στο κοινό ( Έντυ Λαμέ) και μοιάζουν σαν να ζητούν κάτι από αυτόν αλλά και παράλληλα να τον αγνοούν. Σταδιακά η κίνηση του ελαττώνεται και απενεργοποιείται για να βρεθεί σε κάποιες στάσεις ακινησίας. Γίνεται το υποχείριο του Γιάννη Καρούνη που τον μετακινεί σε διάφορες θέσεις αγγίζοντας με απάθεια την καρδιά του. Στο τέλος βλέπουμε τον Μαλκότση να φορά ένα παράξενο καπέλο και να κάθεται σε μια καρέκλα. Το καπέλο συμβολίζοντας την διαφυγή του, γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι είναι φτιαγμένο από ζυμάρι και οι σκοτεινοί φίλοι του μαζεύονται γύρω του για να το απολαύσουν. Στο πνεύμα του κόσμου του Καβάφη, κάθε προσπάθεια διαφυγής από την Πόλη, σαν ένας εαυτός που προσπαθεί να αποποιηθεί τα πιο πηγαία του χαρακτηριστικά, είναι αδύνατη και καταδικασμένη να αποτύχει.
Μαραθάκη, της Εμμανουέλας Κόρκη, του Χρήστου Ροζάκη και του Γιώργου Ταμιωλάκη ήταν μια πρωτότυπη συλλογική χορογραφία. Αν και καθυστέρησε να δώσει το στίγμα της από την αρχή, στην εξέλιξη και προς την ολοκλήρωση της κατάφερε να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού. Στο ξεκίνημα τρεις από τους ήρωες προσπαθούν να χαλάσουν την ευχάριστη ψυχική διάθεση του βιολοντσελίστα που παίζει αμέριμνος, δίνοντας την πρώτη νότα βιαιότητας και επιθετικότητας και καθρεφτίζοντας μια μικρή, ζηλόφθονη κοινωνία που δεν ανέχεται την ανεμελιά και την διαφορετικότητα. Οι τέσσερεις ερμηνευτές μπερδεμένοι ανάμεσα στα όρια του παιχνιδιού και της πραγματικότητας διαπερνούν τις λεπταίσθητες γραμμές της ψυχολογικής βίας και της αστειότητας, αλληλοδιαπλέκονται, αλληλοκαταστρέφονται, πότε δημιουργούν εστίες ομαδικότητας και πότε πρακτικές αποκλεισμού μεταξύ τους. Το παιχνίδι παίζεται με ζαριές. Πάντα κάποιος αποκλείεται από την τετράδα και η δράση μένει στους τρεις. Ο κάθε αποκλεισμένος βρίσκεται πάντα μόνος σε μια άλλη πραγματικότητα. Χορογραφικά ξεχώρισε η ένωση της Μαραθάκη και της Κόρκη σε ένα ενιαίο σώμα που θύμιζε κάτι από ελληνική μυθολογία και η εκφραστικότητα των δυο χορευτριών που μετέτρεπαν τα ενωτικά συναισθήματα τους σε εκρηκτικές αιμοσταγείς εκφράσεις παραπέμποντας σε βαμπίρ. Ενδιαφέρουσα ήταν και η ιδέα με το καμπανάκι από το οποίο οι χορεύτριες μαγεύονται και παραληρούν. Από ότι φαίνεται σε αυτό που η παράσταση επιχείρησε να ασκήσει κριτική ήταν οι σαδομαζοχιστικές σύγχρονες σχέσεις όπου, η ανά πάσα στιγμή, εξαφάνιση και διαπόμπευση του άλλου βιώνεται ως ένα απλό παιχνίδι, απογυμνωμένη από κάθε ενοχικότητα.
Η τελευταία εβδομάδα του Απρίλη (2012) έκλεισε δυναμικά για τους εμπλεκόμενους στο χώρο του χορού, με την ολοκλήρωση ενός δεκαημέρου δραστηριοτήτων από το «Σύνδεσμο χορού» σε συνεργασία με την «Κίνηση Μαβίλη» και με αποκορύφωση τις τρεις τελευταίες ημέρες στο θέατρο Εμπρός, την Παρασκευή 27, το Σάββατο 28 και την Κυριακή 29 Απριλίου (παγκόσμια ημέρα χορού). Η είσοδος ήταν ελεύθερη και το τριήμερο αυτό οι επαγγελματίες του χορού, χορευτές, χορογράφοι, θεωρητικοί της τέχνης και άλλοι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν σημαντικές δράσεις όπως την ανοιχτή εγκατάσταση με θέμα τον ελληνικό χορό (1974-1990), πρωτότυπα παιχνίδια ανταλλαγής ρόλων των χορογράφων που υποστασιοποίησαν άλλους και υποστήριξαν τις χορογραφικές τους συλλήψεις (stand up for your choreography), καθώς και παρουσιάσεις έρευνας επί σκηνής (Συναντήσεις #2) που πειραματίστηκαν με τα όρια ατομικότητας – συλλογικότητας και διερεύνησαν την ψυχοκοινωνική συγκρότηση των ωσμώσεων μέσα από αιφνιδιαστικές αιωρήσεις, ελεύθερες πτώσεις και σκαρφαλώματα.