Displaying items by tag: Τάσος Κουκουτάς
Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών: Σκέψεις επί του παρόντος για ένα (α)βέβαιο μέλλον (του Τάσου Κουκουτά)
Σεμινάριο γραφής και σωματικής έκφρασης με τον Αναστάσιο Κουκουτά
Η επανάσταση χωρίς την επανάσταση (Τάσος Κουκουτάς)
Η αγέλαστη πραγματικότητα (άρθρο του Τάσου Κουκουτά)
Κάθε πολιτικά στοχοθετημένη καλλιτεχνική απόπειρα περιορίζει πολλαπλώς την ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να λάβει η τέχνη, μετατρέποντας τον εκάστοτε προβληματισμό που αυτή ενσαρκώνει σε ανιαρό πολιτικό σχολιασμό.
Ο χορός ως αποδιοπομπαίος τράγος (Τάσος Κουκουτάς)
Με αφορμή ένα σχετικά πρόσφατο δημοσίευμα-ερωτηματολόγιο στο dancetheater.gr [Είναι δυνατόν ένας Χορευτής να μην είναι Φασίστας;] μοιράζομαι μια σειρά σκέψεων που δεν θα ήθελα να διαβαστούν ως απάντηση στα «εύλογα» ερωτήματα των ιστορικών που συνέθεσαν το άρθρο, τους οποίους και ευχαριστώ, αλλά ως μια δική μου, αποκλίνουσα κατά το δυνατόν, διαδρομή στα χορευτικά πράγματα.

Η ευκρίνεια του σώματος και η μοναδικότητα του (εσω)χώρου (Τάσος Κουκουτάς)
|
Mothers – Arc for Dance
Ο Leibniz στην περίφημη δοκιμιακή επιστολογραφία του αναφέρει: “θα πρέπει να έχω ένα σώμα επειδή (ως πνεύμα) έχω μια ζώνη ευκρινούς και διακεκριμένης έκφρασης”. Πράγματι, αυτό που εκφράζω ως σώμα ευκρινώς και ανά πάσα στιγμή αφορά το ίδιο το σώμα, το περιβάλλει και επιδρά στενότερα και γενικότερα στην φαινομενική αντίληψη του κόσμου. Αυτό που εκφράζω μέσω του σώματος είναι αυτό που συμβαίνει στο σώμα μου, ή με άλλα λόγια η μονάδα εξάγει από τον εαυτό της καθετί το αντιληπτό. Το Mothers επιχειρεί την επισήμανση της αλληλοσυσχέτισης μονάδας–σώματος. Στον χορό η κατανόηση/πρόσληψη της κίνησης είναι πρωτίστως περιληπτική και όχι μεριστική, δηλαδή οι χορευτές νοούνται ως μέλη ενός συνόλου και όχι καθένας για λογαριασμό του. Η μονάδα νοείται σύμφωνα με μια σχέση εκάστη-όλον, ενώ τα σώματα είναι περιληπτικά, συναθροίσεις σύμφωνα με μια σχέση τα μεν-τα δε. Αυτό που επιτυγχάνει η Ίρις Κάραγιαν με το εν λόγω έργο είναι να παρουσιάσει και να κατανοήσει τον κόσμο βάσει της μονάδας, να θέσει δηλαδή ως προϋπάρχουσα και απαραίτητη συνθήκη το γεγονός ότι καθεμία από τις ερμηνεύτριες εσωκλείει για λογαριασμό της ολόκληρο(;) τον κόσμο. Αν εκλάβουμε τον κόσμο ως επιφάνεια – όπως αυτή που ορίζουν τα ξύλινα τουβλάκια επί σκηνής - λαμβάνουμε τη θέση των μονάδων ως πρωταρχικών δυνάμεων, ως υπάρξεων που εμπεριέχουν τον κόσμο, τον πλάθουν και τον αναγεννούν. Αυτή η ψυχική, ενδογενής αιτιότητα, που εκπορεύεται από κάθε μονάδα ανεξαρτήτως, αναπαριστά τον ψυχικομεταφυσικό μηχανισμό δόμησης του κόσμου. Η παράσταση παραπέμπει τόσο στην «κινησιολογική σύνθεση» του παραπάνω κόσμου όσο και σε μια τετραμερή επιτελεστική λειτουργία: τη σχέση των ερμηνευτών μεταξύ τους, τον τρόπο επενέργειάς τους πάνω στην ύλη, τη μετάδοση της αντίληψης του κόσμου στους θεατές αλλά και την σχέση της κάθε ερμηνεύτριας με τον εαυτό της. Το σύστημα αυτό φέρει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: από την πρώτη στιγμή – όταν ακούμε τον καλπάζοντα βηματισμό πάνω στο ξύλινο δάπεδο – μέχρι τέλους – όταν οι ερμηνεύτριες αναπηδούν μαχητικά σε μια ύστατη προσπάθεια εξάντλησης των φυσικών ορίων της σκηνής – ο θεατής εισπράττει δονήσεις. Αυτή η παλμική μετάδοση της κίνησης διαρρηγνύει τον στενά ορισμένο γεωμετρικό χώρο και δημιουργεί έναν κόσμο που διαρκώς επεκτείνεται, από τις σκηνικές συντεταγμένες του στις ανεξάντλητες επιφάνειες του εσωχώρου. Οι «μητέρες» παράγουν και αναπαράγουν δονήσεις μέχρι το άπειρο: η διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στο ορατό-κινητικό υλικό και στο μη ορατό, ανοιχτό πεδίο των συμβολοποιήσεων (μητέρες, ηρωίδες, πολεμίστριες), αφήνουν τον θεατή μετέωρο σε μια διπλής κατεύθυνσης ερμηνεία: έχουμε την καταγραφή της κίνησης στον χώρο και την αναδίπλωση αυτής μέσα στην κάθε χορεύτρια. Ό,τι εξωτερικεύεται, εσωτερικεύεται – στρέφεται με τον ίδιο παλμό προς τα μέσα τόσο που οι δυο παρουσίες καταλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τη σκηνή, τη μετατρέπουν σε ένα οχυρωμένο κόσμο ψυχικών και κινητικών εντάσεων. Το δαιδαλώδες ανάπτυγμα των ξύλινων κατασκευών δημιουργεί τέσσερις διαφορετικούς «κόσμους»· καταλήγει κανείς συνειρμικά στο ότι η επέκτασή τους εξαρτάται από την αέναη επιστροφή στην πηγή-μήτρα, τη διαρκή τροφοδότησή τους όχι μόνο με τα απαραίτητα υλικά στοιχεία αλλά και με την αδιάκοπη ψυχική φόρτισή τους. Η μήτρα δεν εκκενώνεται ποτέ, πυροδοτεί συνεχώς μεταβατικές καταστάσεις (λειτουργία της επιγένεσης), καθεμία από τις οποίες βασίζεται σε μια πρωταρχική συνθήκη: καθώς διαιρούνται αδιάκοπα τα μέρη της ύλης, τα σώματα των χορευτριών επαναλαμβάνουν μια στροφική κίνηση του κορμού που παραπέμπει ίσως στη ρευστότητα του κόσμου τον οποίο προσπαθούν να ορίσουν και αυτή η κατ’ ουσίαν ελαστικότητα των σωμάτων είναι η εκφραστική δύναμη που «ασκείται» στην ύλη. Το μόνο ίσως ελάττωμα στον μηχανισμό κατασκευής των «θυγατρικών» χώρων, σε αντιδιαστολή με την επαναληπτική κίνηση που εκτελούν τα σώματα, αποτελεί το ότι είναι αρκετά τεχνητός για να καταλάβει ο θεατής τόσο τη διάρκεια όσο και την «ανάγκη» λειτουργίας του. Αυτή η διανυσματική διαφορά μεταξύ «οργανικού και ανόργανου» (όσο οι κατασκευές προχωρούν σε μεγαλύτερες μάζες-επιφάνειες τόσο οι κινήσεις των χορευτριών μοιάζουν να συσπειρώνονται, να εσωτερικεύονται) αποτελεί το σημείο καμπής της παράστασης: η μετάβαση από το κέντρο της σκηνής στο προσκήνιο ή στο βάθος όπου αναπτύσσονται οι κατασκευές προσφέρεται στον θεατή σαν επίφαση τελικότητας, σαν μια αναπόφευκτη προκαθορισμένη επιλογή χωρίς να τηρείται το πλεονέκτημα της αμεσότητας που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή η κινητική δράση. Η αραίωση είναι μόνο προσωρινή· τα σώματα εισέρχονται και πάλι σε ένα μοτίβο που κορυφώνεται μέσα από ορμητικές πτώσεις και ανακάμψεις, επιβεβαιώνοντας την εντύπωση ότι η όποια συνοχή και συνεκτικότητα επί σκηνής επιτυγχάνεται αποκλειστικά από την ενεργή παρουσία των χορευτριών (εξαιρετικές στον ρόλο αυτό οι Ιωάννα Παρασκευοπούλου και Χαρά Κότσαλη). Πράγματι ο χώρος ανασυγκροτείται χάρη στον μυϊκό τόνο που επανακαθορίζει την πυκνότητα της κίνησης και την μεταγράφει σε ένα ζωντανό, παλλόμενο «σχήμα». Ο χώρος δεν υφίσταται έξω από τις μονάδες που τον εκφράζουν, βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία αμοιβαίου καθορισμού με αυτές, είναι η συνεπαγωγή της σχέσης τους. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια εσωτερικότητα που μετατρέπει τον χωροχρόνο από καθαρό, εμπειρικό δεδομένο σε σύνολο ή πλέγμα σχέσεων μέσα στο ίδιο το υποκείμενο. Όπως υποστηρίζει και ο γερμανός στοχαστής «ο κόσμος ύφισταται μόνο μέσα στα παριστάντα του, όπως αυτά εσωκλείονται σε κάθε μονάδα. Είναι ένας παφλασμός, μια βοή, μια ομίχλη, ένας κονιορτός εν χορώ».
2013-06-02 |
Akram Khan – "Desh" | Κριτική ανάλυση (Τάσος Κουκουτάς)
|
Το αίσθημα του Νόστου και η ξενότητα τής επιστροφής Επιχειρώντας να ξεδιαλύνω τον μίτο της αφήγησης στην παράσταση Desh του Άκραμ Καν, που παρουσιάστηκε στη ΣΤ.Γ. & Τ. του Ιδρύματος Ωνάση, ήρθα αντιμέτωπος μ’ ένα περίεργο, ελλειμματικό αίσθημα όσον αφορά την έννοια του Νόστου και την αναπαράστασή της στο εν λόγω έργο. Με το παρόν κείμενο επιθυμώ να μοιραστώ εν συντομία κάποιες από τις σκέψεις μου, οι οποίες ουδόλως καταπιάνονται με την κινητική δεξιοτεχνία του ίδιου του Καν αλλά με τα δραματουργικά υποστρώματα του έργου του. Ως εκ τούτου το κείμενο αυτό δεν έχει κανένα αποδεικτικό, διδακτικό ή παραινετικό χαρακτήρα παρά μόνο την αξία, για τον ίδιο τον γράφοντα, της δοκιμασίας των ιδεών που ανασύρονται στην επιφάνεια. Πέρα λοιπόν από τις κινησιολογικές αναζητήσεις του δημιουργού – ο οποίος παντρεύει ιδιώματα τόσο από την Ινδία όσο και από την Ευρώπη – διακρίνει κανείς στο έργο του αυτό που ιδεολογικά χαρακτηρίζει εν γένει τους καλλιτέχνες της πολυπολιτισμικότητας: τη διφορούμενη σχέση τους με την παράδοση και την τάση για διαρκή ενσωμάτωση στοιχείων της πρώτης στη λεγόμενη δυτική πρωτοπορία. Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να διακρίνει κανείς την προδιαγεγραμμένη και αναπόφευκτη διαδρομή από την «στατική» παράδοση στην «μεταβαλλόμενη και εξελισσόμενη» πρωτοπορία προκειμένου το εκάστοτε έργο να τεθεί σε σύγχρονα συμφραζόμενα και να συνομιλήσει με τους θεατές του παρόντος. Ο Καν προσπαθεί να ξεπεράσει τα όρια της παραδοσιακής φόρμας σ’ ότι αφορά την κίνηση. Γαλουχημένος με την αφηγηματικότητα του ινδικού χορού και έχοντας πλέον τα εκφραστικά εφόδια του σύγχρονου, συνηγορεί υπέρ μιας «οργανικότητας» που βασίζεται και στις δύο «σχολές». Η παραπάνω συγχώνευση – αν βλέπαμε μια καθαρά παραδοσιακή παράσταση χορού κάθακ θα τη θεωρούσαμε φολκλόρ κι αν πάλι βλέπαμε μοντέρνο χορό θα αναρωτιόμασταν για τις καταβολές του χορογράφου – συνοψίζει το υφέρπον ιδεολόγημα που συχνά συναντά κανείς σε τέτοιου είδους καταστάσεις: η επιστροφή στις ρίζες μεθοδεύει και υποστηρίζει την αυθεντικότητα του καλλιτέχνη στο βαθμό όμως που δεν θίγει ζητήματα εθνοτικής ταυτότητας και πολιτισμικής αξιολόγησης. Ο Καν, αν και σε συνεντεύξεις του δηλώνει εκατό τοις εκατό Άγγλος, είναι εθνολογικά και πολιτισμικά ακατάτακτος. Πιθανόν με το έργο του προσπαθεί να προσεγγίσει το ζήτημα της ταυτότητας χωρίς όμως η διατύπωση του ερωτήματος να είναι πάντα σαφής: Αν όντως εμμένει σ’ αυτό τον καταγωγικό διαχωρισμό (ανατολής και δύσης), τι είναι αυτό που τον ωθεί να στραφεί στις ρίζες – όχι τόσο για να τις καταδείξει αυτούσιες αλλά για να αναπαραστήσει ένα μοντέρνο αντίγραφό τους στα μάτια του σύγχρονου θεατή; Μήπως μια τέτοια ματιά συνδιαλέγεται αρκετά με την θεώρηση της παράδοσης από μια μεταποικιοκρατική σκοπιά και αναπαράγει αυτό που τόσο έντονα προσπαθεί ο χορογράφος να καταδείξει και να επικρίνει με το έργο του; Μήπως η δυτική κυριαρχία, για όσους δεν υποψιάζονται, ρέει υπόγεια ενισχύοντας τη θέση της μέσα από δημιουργούς που πιστεύουν στο όραμα της πολυπολιτισμικότητας; Ο Καν μεγάλωσε σ’ ένα μητροπολιτικό περιβάλλον όπου βομβαρδιζόταν καθημερινά από στοιχεία της δυτικής κουλτούρας – βλ. βίντεο κλιπ, ποπ αισθητική, τεχνολογία – και είναι αδύνατο να ισχυριστεί κανείς ότι μέσα στο χωνευτήρι των πολιτισμών που λέγεται Λονδίνο θα μπορούσε να διαφυλάξει ασκητικά την αφοσίωσή του στις ρίζες της πατρίδας των γονιών του. Κατά αναλογία της αποδέσμευσής του από τον κλοιό της παράδοσης, ο Καν, όπως φαίνεται και από την παράσταση, εξεγείρεται προς τον πατέρα και ό,τι αυτός εκπροσωπεί: πραότητα, αφέλεια, πίστη στις παραδοσιακές αρχές. Η στάση αυτή είναι επακόλουθο ενός αυθόρμητου, εύθραυστου, αλλά, εντούτοις, σθεναρού και νεανικού εγώ που επιθυμεί να επικρατήσει. Ένα εγώ που δεν έχει ακριβώς συνείδηση της βαρβαρότητας αλλά και της οργανικής του σχέσης μ’ εκείνο για το οποίο εξεγείρεται: το “fuck off” που εκστομίζει είναι απρόσωπο, ουδέτερο – όπως ουδετεροποιημένη είναι και η επαφή του με την «άλλη» πραγματικότητα, αυτή που διακαώς επιθυμεί να προσεγγίσει ώστε να καταλάβει τον εαυτό του. Η αδυναμία του να δημιουργήσει μια περιβάλλουσα πραγματικότητα στην οποία θα αισθάνεται οικεία και στην οποία θα μπορέσει να ενταχθεί ως μονάδα τον μετατρέπουν σ’ ένα απομονωμένο παρατηρητή. Έτσι, όταν επισκέπτεται τη γενέτειρά του δεν κατορθώνει να αφομοιώσει τις χαρακτηριστικές αγωνίες των ντόπιων και να αναμετρηθεί με το απροσδόκητο που αυτές προκαλούν. Ακόμη και στη σκηνή της αναπαριστώμενης διαδήλωσης δεν υπάρχει ταύτιση με την ένταση των συνθημάτων που εκφέρονται, παρασύρεται από την ορμητικότητα του πλήθους και γίνεται μόνο παροδικά ένα με τους άλλους. Εξ’ ου και η όποια επιστροφή σ’ αυτό που συνιστά την «χαμένη πατρίδα» διανοίγεται κύριως μέσω φαντασιακού – σαν ονειρική απόδραση, η οποία αντλεί την καταγωγή της από παραδοσιακές/παραμυθιακές αφηγήσεις που έχει ακούσει παιδιόθεν. Η έννοια του παιχνιδιού εισάγεται ως η ιδανική συνθήκη επαναφοράς του παρελθόντος. Στο σημείο αυτό βρίσκει κανείς αναφορές με ό,τι υποστηρίζει ο Φρόυντ στο δοκίμιο Τέχνη και Ψυχανάλυση: ο καλλιτέχνης ενεργεί σαν το παιδί που παίζει. Δημιουργεί ένα φαντασιακό κόσμο που τον παίρνει στα σοβαρά, δηλαδή τον εφοδιάζει με πολύ ψυχική ενέργεια ξεχωρίζοντας τον ταυτόχρονα καθαρά από την πραγματικότητα. Το σύνθετο έργο του χορογράφου, με περιεχόμενα τόσο προσωπικά όσο και κοινωνιολογικά, καταλήγει να είναι ένα ιδιόρυθμο μέσο με το οποίο ο καλλιτέχνης προσφέρει στον εαυτό του ένα σύμπαν τη στιγμή που ο κατεξοχήν τόπος του λείπει. Ενώ ο ίδιος λοιπόν δεσμεύεται από τα κοινωνικά πρότυπα με τα οποία έχει μεγαλώσει –βλ. τις αναφορές στους Μάικλ Τζάκσον και Μπρους Λη, τις κατεξοχήν δυτικοποιημένες φιγούρες μιας «παγκόσμιας» κουλτούρας– προσπαθεί να εκφράσει μια οικουμενικότητα που δεν συνδέεται μονάχα με την χαμένη πατρίδα αλλά και το πρόσωπο το οποίο αποτελεί το διάμεσο σ’ αυτή: τον πατέρα. Εκείνος γίνεται η αφορμή για την επιστροφή στην χαμένη πατρίδα, μέσω αυτού αφηγείται το ταξίδι που του επέτρεψε να συναντήσει τους «παράδοξους» ξένους. Αυτό που διακρίνει κανείς στην παράσταση είναι η συναινετική στάση του καλλιτέχνη να αποφύγει τις όποιες συγκρούσεις και αντιφάσεις σημειώνονται μεταξύ ανατολικής και δυτικής κουλτούρας: το μυσταγωγικό που αναιρείται από το διεκπεραιωτικό, το παραδοσιακό που αντιστέκεται στο σύγχρονο. Στην ουσία η «επιστροφή» δεν έγινε· ο χορογράφος επινόησε αρκετές διαμεσολαβήσεις, οι οποίες μας επέτρεψαν να ρίξουμε διαγωνίως ματιές στο διαφορετικό και «ξένο», αλλά δεν στάθηκε σ’ αυτό που αρχικά πίστεψε ότι τον συγκροτεί. Σαν σύγχρονος Ιντιάνα Τζόουνς κινήθηκε σε μια Ινδία και την αναπαράστησε με τρόπο που υπακούσε απόλυτα στις επινοήσεις της Δύσης: η περιπλάνηση δεν ήταν ενδοσκοπική, ο προορισμός αποδείχθηκε μάταιος, κατώτερος των προσδοκιών ή των όποιων απαιτήσεων. Όλα έμοιαζαν να στέκονται εμπόδιο στην ανεύρεση του χαμένου ιμάτιου, όλα συνέβησαν «για ένα άδειο πουκάμισο». Το παράδοξο είναι πώς ο ίδιος ο χορογράφος αρνείται την ετερότητά αλλά παρόλα αυτά την χρησιμοποιεί και καταλήγει ως «ξένος μέσα στον ίδιο του τον εαυτό», τόσο ώστε η ξενότητά του να αναλώνεται μέσα στο ευφυολόγημα και την παντομίμα. «Η ειλικρίνεια που εκφράζει είναι μια επανόρθωση του ψέματος», ή μάλλον, μια φυγή από την αλήθεια: αυτός ο εικονοκλαστικός παροξυσμός και ο δήθεν κοσμοπολιτισμός μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον Άλλο, τον αναφομοίωτο ξένο που βρέθηκε στη Δύση και την, εν τέλει, ανομολόγητη αλλά και σε μεγάλο βαθμό ανεπίτευκτη ετερότητα. Τάσος Κουκουτάς 2013-01-10 |
Το σώμα σε κρίση και η οδύνη της (αλληλο)κατανόησης (Τάσος Κουκουτάς)
|
2012-11-13 |
Μεσσιανισμός στην τέχνη (Τάσος Κουκουτάς)
|
Ο Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του θεάματος» υποστηρίζει: «Η τέχνη στην εποχή της διάλυσής της, ως αρνητικό κίνημα που επιδιώκει την υπέρβαση της τέχνης σε μια ιστορική κοινωνία όπου η ιστορία δεν έχει ακόμη αποτελέσει βίωμα, είναι μια τέχνη της αλλαγής και, ταυτοχρόνως, σαφής έκφραση του ανέφικτου της αλλαγής. Όσο πιο μεγαλεπήβολο είναι το αίτημά της, τόσο περισσότερο η αληθής πραγμάτωσή της βρίσκεται πέραν αυτής. Αυτή η τέχνη είναι αναγκαστικά πρωτοποριακή και δεν είναι. Η πρωτοπορία είναι η εξαφάνισή της». Αυτά εν έτει 1972. Σ’αυτή την πλασματική αναζήτηση έγκειται και η αλλοτροίωση του θεατή που τόσο σωστά επισημαίνει ο Ντεμπόρ: «όσο περισσότερο αποδέχεται να αναγνωρίζει τον εαυτό του εντός των κυρίαρχων εικόνων της ανάγκης, τόσο λιγότερο κατανοεί τη δική του επιθυμία». Τι πιο τραγικό όταν οι καλλιτέχνες δεν βιώνουν εξ ιδίων την μπειρία της τέχνης τους και καταντούν θεατές του ίδιου του έργου τους! Ποιος θεσμός όμως απεκδύθηκε πρόθυμα του «τελικού προϊόντος» ώστε η αυταπάρνησή του να συνιστά ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία της έρευνας, των αποτυχημένων προσπαθειών που καταθέτει κάθε καλλιτέχνης πριν να είναι σε θέση να παράξει; Και ποιος καλλιτέχνης επέμεινε στη βιωμένη πραγματικότητα της προσπάθειάς του να ορίσει την τέχνη του ως πεδίο αναζήτησης της δικής του (απωλεσθείσας) ταυτότητας; Πού και πώς ζει ο καθένας πριν περάσει το κατώφλι της δημοσιότητας; Η απώλεια κάθε κυριότητας του δημιουργού προς το έργο του καθώς και ο μύθος της νεοφιλελεύθερης λογικής4 έπνιξαν τις όποιες αναρχικές, ουτοπικές πηγές της ανθρώπινης συνείδησης: «Στο όνομα μιας εμπειρίας που έχει γίνει πια παρωδία του εαυτού της, η ικανότητα του ανθρώπου καθαυτήν για προσωπική, υποκειμενική ανανέωση καταδικάζεται σαν κενή φαντασιοπληξία» (Περλίνι). Το «έξω» του καλλιτέχνη, η συναναστροφή του με τα πράγματα, η ζύμωση με την κοινωνική –και όχι εικονική– πραγματικότητα καθώς και η όποια διάθεση συλλογικότητας έχει μετατραπεί σ’ένα στείρο «μέσα», στην εξασφάλιση των «κατάλληλων» συνθηκών παραγωγής, στη διανομή του έργου του, στο μπόνους της καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας. Και ο θεατής; Πώς εκτίθεται και πώς διατίθεται απέναντι σ’αυτό που καταναλώνει; Κάθε άλλη απολογητική προσέγγιση - η οποία ασκείται κυρίως από καλλιτέχνες - υπηρετεί και εν τέλει αναπαράγει την «πρακτική της αισθητικοποίησης»5. Αυτή την αισθητική αναθεώρηση πρέπει να αναλάβει ο θεατής· όχι καταργώντας κάθε είδους θέαση και επιφέροντας τον αποκλεισμό των διάφορων καλλιτεχνών. Απεναντίας, η επαναξιολόγηση είναι μια πρόκληση, η οποία δεν καταλήγει σε μια άλλη στερεοτυπική θεώρηση αλλά διαρκώς αμφισβητεί αυτό που προσλαμβάνει. Σαν να μην υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα (υπόθεση) και όλα να υπακούν στην εντύπωση ενός ευμετάβλητου χάους: χωρίς αξιώματα και δεδομένα σχήματα, μόνο υποθέσεις, προτάσεις, απεγνωσμένα «ίσως» και «εάν». Αυτός ο συνειδητός «κατακερματισμός της όρασης» έναντι μιας μπανάλ «γεωμετρικής συνέπειας», μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση του πώς λειτουργούν τα πράγματα, ή αλλιώς, να μας βοηθήσει να συλλάβουμε εκ προοιμίου το σχήμα που μπορεί να προκύψει αν ενώσουμε τις γραμμές. Έτσι δεν αρνούμαστε αυτό που μπορούν να «παράξουν» οι γραμμές αλλά, παρατηρούμετην εν δυνάμει εξέλιξη από τον έναν σχηματισμό στον άλλο. Να επανακτήσουμε λοιπόν την αξία της γόνιμης διερώτησης, να διακρίνουμε την πρόθεση που κρύβεται πίσω από κάθε θεσμικό εγχείρημα αναδιάρθρωσης του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι. Να εντοπίσουμε την «επισφαλή ισορροπία» που προσφέρουν οι δήθεν θεσμικοί σωτήρες, οι κρατικές επιχορηγήσεις και βεβαίως να μην μεταστραφούμε στο πρόσωπο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας που ενδυναμώνει και επαληθεύει τον ρόλο του αξιοπεριφρόνητου θεατή και καλλιτέχνη. Τέλος, αρνούμενοι την εκάστοτε τυπολογία καλλιτεχνών που υπαγορεύει η ηγεμονία του γούστου, να επιτρέψουμε και να επιστρέψουμε στην προσωπική επαφή με την τέχνη καλλιεργώντας κριτική διαίσθηση και πνεύμα.
[1] Σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς, στην τέχνη δεν υπάρχει πρόοδος καθώς δεν μπορούμε να υποτάξουμε την τέχνη σε μια μηχανιστική αντίληψη της γραμμικής εξέλιξης, έτσι όπως δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις φυσικές διαδικασίες με μια οπτική προόδου και καινοτομίας. [2] Λαμπρότερο παράδειγμα οι διάφορες αναθέσεις στον χώρο της τέχνης. Μπορούν να θεωρηθούν ποιητικές αιτίες οι επιθυμίες των εκάστοτε προγραμματιστών/επιμελητών που ζητούν από τους καλλιτέχνες να δημιουργήσουν; Και ο καλλιτέχνης τι παράγει εν τέλει; Δεν είναι λίγο ύποπτο το γεγονός ότι το αποτέλεσμα επιζητά τη σύμφωνη γνώμη όλων όσοι εμπλέκονται στην κατανάλωση του θεάματος; Η λογική του επιχειρηματικού win-win (όλοι οι συμμετέχοντες εξίσου κερδισμένοι) προσανατολίζει την καλλιτεχνική παραγωγή σε μια τελεολογία όπου τα επιμέρους στοιχεία (καλλιτεχνικός θεσμός, θεατές, παραγωγοί, διανομείς και δημοσιογράφοι) ανάγονται σε ποιητικά αίτια για τον όποιο καλλιτέχνη. Ακόμη και η απόκλιση από αυτά είναι συχνότερα αποτέλεσμα μιας μεθοδευμένης εκκεντρικότητας, παρά συνέπεια μιας σύμφυτης στην καλλιτεχνική φύση υπαρξιακής αναζήτησης. [3] Όχι ότι η τέχνη ήταν ποτέ ανεξάρτητη από την ιδέα της αγοράς. Από την αρχαιοελληνική σημασία του όρου –η αγορά ως τόπος συγκέντρωσης των ανθρώπων– ως τη μεταγενέστερη “αυλική” προσέγγιση –συνώνυμη της εξυπηρέτησης των καπρίτσιων των διαφόρων Μαικηνών– στη σύγχρονη οικονομικά υποτελή τέχνη, η έννοια της αγοράς ήταν και θα είναι το επίμαχο σημείο. [4] Ποτέ άλλοτε η έννοια του αυτοδημιούργητου δεν ήταν τόσο υπερτιμημένη. Η επιτυχία έγινε το συμπληρωματικό κομμάτι της ύπαρξης, ή μάλλον η επίδειξη της επιτυχίας, έστω και αν αυτή είναι ψευδής και δεν ορίζεται με κριτήρια αξιολογικά. Όταν ο Τσαρούχης δήλωνε “στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις”, προφανώς σχολίαζε τη λατρευτική παράνοια των ανθρώπων στο πρόσωπο του πετυχημένου. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες είναι κατεξοχήν όντα προσωπο-λατρευτικά, δηλαδή κυνηγάνε το πρόσωπο και όχι την ιδέα πίσω από το πρόσωπο. [5] Ο Νικόλας Σεβαστάκης εμπνεόμενος από τον Λούκατς σχολιάζει: Η πρακτική της αισθητικοποίησης προϋποθέτει ότι έχει υπερισχύσει πλήρως αυτό στο οποίο αντιστάθηκε, πρόωρα, ο αισθητιστής καλλιτέχνης. Επικράτησε η συμφιλίωση με το ανεπεξέργαστο αίσθημα, με το feeling που μπορεί να συνοδεύει το τυχαίο αντικείμενο, την οιαδήποτε εμπειρία. [...] Ζούμε μάλλον το τέλος κάθε ιδέας κριτικού διαχωρισμού μεταξύ της αισθητικής εμπειρίας και των θαυμαστών εμπειριών που αναφύονται σε άλλα πεδία. Το έργο επισκιάζεται εδώ από την εγκατάσταση μιας αισθητικής ατμόσφαιρας, ανεξάρτητα από το πεδίο στο οποίο εκδηλώνεται η αντίστοιχη δραστηριότητα. Με αυτή την έννοια η «ποιητικότητα» μπορεί ελεύθερα να κατακλύζει τους τοίχους του μετρό, την ετικέτα μιας σοκολάτας κ.ο.κ. (Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, Εκδ. Ίνδικτος)
2012-10-26 |
Συλλογικότητα και τέχνη (Τάσος Κουκουτάς)
|
Αυτή την ουσιαστική εκχώρηση, του ιδιωτικού προς στο δημόσιο – συνιστώσα ενός togetherness που προασπίζει τη διαφορετικότητα και την επί ίσοις όροις μεταχείριση-, δεν είδαμε πουθενά να εκδηλώνεται. Σε μια καταστροφική συνθήκη, όπως είναι η κρίση, η συλλογικότητα μοιάζει να παλεύει περισσότερο για το δικαίωμα στην καριέρα, για τη δημοσιότητα των ίδιων των γεγονότων (βλ. Facebook και λοιπά κοινωνικά δίκτυα ως μέσα για την προσωπική προώθηση των καλλιτεχνών υπό την σκέπη μιας φαινομενικά αποδεκτής και εξαργυρώσιμης φιλίας) και όχι για την κινητικότητα των ιδεών και την αποδέσμευσή τους από την ετικέτα του έτοιμου προϊόντος. Η καλλιτεχνική συνεύρεση – με όποια στοιχεία δημοκρατικότητας έχει οριστεί – οφείλει να προκύπτει ως εσωτερική ανάγκη και όχι ως “μαζευτήκαμε για να σας ανακοινώσουμε”. Ο δημόσιος χαρακτήρας της προκύπτει από τον τρόπο συναλλαγής των μελών και όχι από τα δελτία τύπου και τις ανακοινώσεις που ξεχειλίζουν από την υπερχρήση των όρων “συλλογικότητα, ομαδικότητα, πνεύμα συνεργασίας”. Αυτή η ανάγκη, παρότι ξεκίνησε υπό τον όρο να δημιουργήσει μια νέα καλλιτεχνική συνθήκη, διαφορετική από τη μεγαλομανία του διεθνούς και των ξενόφερτων πολυσυλλεκτικών πρότζεκτ, υποχώρησε και πάλι εμπρός στην φαντασμαγορία του καινούργιου, χάνοντας την φρεσκάδα και πειστικότητά της: όλοι πλέον – τουλάχιστον αυτοί που δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στις δεξαμενές κεφαλαίου – θέλουν να δρουν και να παραγούν συλλογικά. Η συνεύρεση σωμάτων δεν αποτελεί παρά μιαν εμβρυακή, ή πρωταρχική ένδειξη, συλλογικότητας. Άρα, τί είναι αυτό που ενώνει το άτομο με το σύνολο ώστε με τη σειρά τους να διεκδικούν από κοινού ένα χώρο στην τέχνη που είναι ωφέλιμος και για τις δύο οντότητες; Ίσως η σημερινή εκδοχή της συλλογικότητας να μην είναι άλλο από μια αντίδραση στην αποτυχία του υπαρκτού πολιτισμού να ενσαρκώσει το μεγαλιώδες έπος της ανθρώπινης εξέλιξης: δεν είναι τυχαίο ότι όλο και πιο συχνά γίνεται αναφορά στις μέρες του “ένδοξου” παρελθόντος, στην χαμένη αναγκαίοτητα ως προς την καλλιτεχνική έκφραση, συνδηλώσεις που οδηγούν σε μια καταθλιπτική εικόνα ενός αβέβαιου μέλλοντος. Υπάρχει σαφώς μια θεώρηση του παρελθόντος ως εξειδανικευμένη εικόνα που λόγω της απόστασης των γεγονότων δεν είναι δυνατό να ιδωθεί κριτικά και επεξηγηματικά προς τα σύγχρονα συμφραζόμενα. Παρότι η παλαιότερη γενιά καλλιτεχνών ενσάρκωνε διαφορετικά ιδέωδη στην τέχνη – με κυριότερο ίσως αυτό της προσωπικής ανέλιξης του δημιουργού – η θέση τους έφερε ήδη ψήγματα της μετάλλαξης της έννοιας του συλλογικού. Προωθώντας μια νοσταλγία για τον παρελθόν, η οποία μεταγράφεται σε σειρά κεκτημένων στον χώρο της τέχνης (επιχορηγήσεις, διαθέσιμοι χώροι για έρευνα, προβολή καλλιτεχνών, θεσμική υποστήριξη κ.ο.κ.), η συλλογικότητα στρέφεται στα κεκτημένα αυτά χωρίς να αμφισβητεί τη λειτουργικότητα ή την ωφελιμότητα τους στην παρούσα φάση. Π.χ. γιατί οι καλλιτέχνες δεν απέχουν “συλλογικά” από την θεσμική υποστήριξη; Που τοποθετείται η συλλογικότητα όταν το έργο κάθε δημιουργού πρέπει να ανταγωνιστεί σύμφωνα με τους αξιολογικούς κανόνες της αγοράς έργα άλλων δημιουργών και να διεκδικήσει μια θέση στον αγώνα της (καλλιτεχνικής και όχι μόνο) επιβίωσης; Πώς γίνεται με άλλα λόγια η συλλογικότητα να εξυπηρετεί μέρος και όχι το σύνολο αυτών που την εκπροσωπούν; Η ιδέα δεν μπορεί να εκπληρώνεται με τους όρους που βολεύει τον καθένα. Ίσως λοιπόν το αίτημα για μια νέα συλλογικότητα δεν έχει τεθεί/οριστεί ακόμα. Αυτό γιατί η σύγχρονη κοινωνική ζωή απέχει αρκετά από τα συστατικά στοιχεία (συλλογική συνείδηση, συμμετοχικές διαδικασίες κ.ο.κ.) που καλείται να ενσαρκώσει η ιδέα του συνανήκειν. Αν η συλλογικότητα αποτελεί την “προσωποποίηση” κάποιων αξιών, τότε, την ίδια στιγμή οφείλει να προβαίνει στην αξιολόγησή τους. Στο αίτημα αυτό συχνά εντοπίζεται η ανάγκη ταύτισης του πραγματικού με το επιθυμητό. Έτσι η συλλογικότητα στην εποχή μας δεν ενηλικιώνεται· σαν παιδί (δια)πραγματεύεται διαρκώς το ερώτημα “ωραία δεν θα ήταν αν”, χωρίς να επαναξιολογεί την σχέση του ερωτήματος αυτού με την πραγματικότητα. Τι περιλαμβάνει η ενηλικίωση; Την αντίφαση, ίσως, τη διαλεκτική σκέψη, ως προς την ορμή των ερωτημάτων που καθοδηγούν τη ζωή, την θέση μας, μέχρι κάποιου σημείου. Άρα, πέρα από μιαν αόριστη φαντασίωση πραγματοποίησης (ατομικών;) επιθυμιών, η συλλογικότητα θα έπρεπε να είναι μια σύνθεση από δυνατότητες που δοκιμάστηκαν και λειτούργησαν ανατρεπτικά στον προσδιορισμό των ορίων της έννοιας αυτής. Υπάρχουν συλλογικές επιθυμίες; Το ερώτημα λοιπόν μετατίθεται στα όρια της ατομικότητας ώστε να καταστεί δυνατή η συλλογικότητα. Σ’αυτή την αμφιταλάντευση ατομικού-συλλογικού καλείται σήμερα να επιβιώσει η τέχνη. Κατά πόσο όμως είναι δυνατό για την ίδια να ριζώσει σε ένα περιβάλλον που αποσκοπεί στην αναπαραγωγή αυτού που επιθυμεί να καταλύσει (η συλλογική έκφραση κόντρα στους κανόνες της αγοράς); Η τέχνη που παράγεται στους κόλπους αυτής της συλλογικότητας δεν είναι άλλο από μια ατέρμονη διεύρυνση των ορίων του αποδεκτού και καταλήγει αποδεχόμενη τη νέα οριοθέτηση σε μια μπανάλ αισθητικοποιημένη εκδοχή της πραγματικότητας (π.χ. οι καλλιτέχνες μιλούν για την ανεργία πουλώντας το έργο τους). Ο επαναπροσδιορισμός της συλλογικότητας θα επέλθει μόνο όταν η τέχνη ΔΕΝ θα είναι εφικτή με τους όρους που ήδη γνωρίζουμε. Όταν δηλαδή, μέσα από την έννοια αυτή, θα είναι δυνατό να ορίσουμε ένα νέο είδος κοινωνικής συνύπαρξης (η οποία θα στέκεται κριτικά – και αυτοκριτικά – στα μέσα που επικαλείται για να υλοποιηθεί) ή καλύτερα μια νέα ταυτότητα. 2012-09-28 |
Η 5η διοργάνωση του φεστιβάλ arc for dance (υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Φρόσως Τρούσα και του Δημήτρη Νασσιάκου) ήταν αφιερωμένη στις Τέσσερις Εποχές. Η θεματική αυτή προσπάθησε να αποτυπώσει τις νέες τάσεις που διαμορφώνονται στα χορευτικά πράγματα με γνώμονα τις κοινωνικές συνθήκες, τη μεταβαλλόμενη και αέναη κίνηση που διέπει την ίδια τη ζωή και τις καταστάσεις γύρω μας. Γόνιμες οι ζυμώσεις και οι προβληματισμοί που έθεσαν οι καλλιτέχνες, αλλά και αισιόδοξη η –προσωρινή έστω– μετάβαση από την πληκτική, αριθμοκρατούμενη καθημερινότητα στο προσωπικό σύμπαν του κάθε χορευτή-χορογράφου. Το κοινό φάνηκε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα αυτό παρά τον δύσκολα προσβάσιμο και εν μέρει δυσλειτουργικό χώρο του Βυρσοδεψείου. Στο παρόν κείμενο θα παρουσιάσω μια σειρά από σκέψεις που προέκυψαν με αφορμή το έργο Mothers της Ίριδας Κάραγιαν.


