Displaying items by tag: Η ευκρίνεια του σώματος και η μοναδικότητα του (εσω)χώρου

Mothers – Arc for Dance

Η ευκρίνεια του σώματος και η μοναδικότητα του (εσω)χώρου (Τάσος Κουκουτάς)       Η 5η διοργάνωση του φεστιβάλ arc for dance (υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Φρόσως Τρούσα και του Δημήτρη Νασσιάκου) ήταν αφιερωμένη στις Τέσσερις Εποχές. Η θεματική αυτή προσπάθησε να αποτυπώσει τις νέες τάσεις που διαμορφώνονται στα χορευτικά πράγματα με γνώμονα τις κοινωνικές συνθήκες, τη μεταβαλλόμενη και αέναη κίνηση που διέπει την ίδια τη ζωή και τις καταστάσεις γύρω μας. Γόνιμες οι ζυμώσεις και οι προβληματισμοί που έθεσαν οι καλλιτέχνες, αλλά και αισιόδοξη η –προσωρινή έστω– μετάβαση από την πληκτική, αριθμοκρατούμενη καθημερινότητα στο προσωπικό σύμπαν του κάθε χορευτή-χορογράφου. Το κοινό φάνηκε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα αυτό παρά τον δύσκολα προσβάσιμο και εν μέρει δυσλειτουργικό χώρο του Βυρσοδεψείου. Στο παρόν κείμενο θα παρουσιάσω μια σειρά από σκέψεις που προέκυψαν με αφορμή το έργο Mothers της Ίριδας Κάραγιαν.

Ο Leibniz στην περίφημη δοκιμιακή επιστολογραφία του αναφέρει: “θα πρέπει να έχω ένα σώμα επειδή (ως πνεύμα) έχω μια ζώνη ευκρινούς και διακεκριμένης έκφρασης”. Πράγματι, αυτό που εκφράζω ως σώμα ευκρινώς και ανά πάσα στιγμή αφορά το ίδιο το σώμα, το περιβάλλει και επιδρά στενότερα και γενικότερα στην φαινομενική αντίληψη του κόσμου. Αυτό που εκφράζω μέσω του σώματος είναι αυτό που συμβαίνει στο σώμα μου, ή με άλλα λόγια η μονάδα εξάγει από τον εαυτό της καθετί το αντιληπτό. Το Mothers επιχειρεί την επισήμανση της αλληλοσυσχέτισης μονάδας–σώματος. Στον χορό η κατανόηση/πρόσληψη της κίνησης είναι πρωτίστως περιληπτική και όχι μεριστική, δηλαδή οι χορευτές νοούνται ως μέλη ενός συνόλου και όχι καθένας για λογαριασμό του. Η μονάδα νοείται σύμφωνα με μια σχέση εκάστη-όλον, ενώ τα σώματα είναι περιληπτικά, συναθροίσεις σύμφωνα με μια σχέση τα μεν-τα δε.  Αυτό που επιτυγχάνει η Ίρις Κάραγιαν με το εν λόγω έργο είναι να παρουσιάσει και να κατανοήσει τον κόσμο βάσει της μονάδας, να θέσει δηλαδή ως προϋπάρχουσα και απαραίτητη συνθήκη το γεγονός ότι καθεμία από τις ερμηνεύτριες εσωκλείει για λογαριασμό της ολόκληρο(;) τον κόσμο. Αν εκλάβουμε τον κόσμο ως επιφάνεια – όπως αυτή που ορίζουν τα ξύλινα τουβλάκια επί σκηνής  - λαμβάνουμε τη θέση των μονάδων ως πρωταρχικών δυνάμεων, ως υπάρξεων που εμπεριέχουν τον κόσμο, τον πλάθουν και τον αναγεννούν. Αυτή η ψυχική, ενδογενής αιτιότητα, που εκπορεύεται από κάθε μονάδα ανεξαρτήτως, αναπαριστά τον ψυχικομεταφυσικό μηχανισμό δόμησης του κόσμου.

Η παράσταση παραπέμπει τόσο στην «κινησιολογική σύνθεση» του παραπάνω κόσμου όσο και σε μια τετραμερή επιτελεστική λειτουργία: τη σχέση των ερμηνευτών μεταξύ τους, τον τρόπο επενέργειάς τους πάνω στην ύλη, τη μετάδοση της αντίληψης του κόσμου στους θεατές αλλά και την σχέση της κάθε ερμηνεύτριας με τον εαυτό της. Το σύστημα αυτό φέρει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: από την πρώτη στιγμή – όταν ακούμε τον καλπάζοντα βηματισμό πάνω στο ξύλινο δάπεδο – μέχρι τέλους – όταν οι ερμηνεύτριες αναπηδούν μαχητικά σε μια ύστατη προσπάθεια εξάντλησης των φυσικών ορίων της σκηνής – ο θεατής εισπράττει δονήσεις. Αυτή η παλμική μετάδοση της κίνησης διαρρηγνύει τον στενά ορισμένο γεωμετρικό χώρο και δημιουργεί έναν κόσμο που διαρκώς επεκτείνεται, από τις σκηνικές συντεταγμένες του στις ανεξάντλητες επιφάνειες του εσωχώρου. Οι «μητέρες» παράγουν και αναπαράγουν δονήσεις μέχρι το άπειρο: η διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στο ορατό-κινητικό υλικό και στο μη ορατό, ανοιχτό πεδίο των συμβολοποιήσεων (μητέρες, ηρωίδες, πολεμίστριες), αφήνουν τον θεατή μετέωρο σε μια διπλής κατεύθυνσης ερμηνεία: έχουμε την καταγραφή της κίνησης στον χώρο και την αναδίπλωση αυτής μέσα στην κάθε χορεύτρια. Ό,τι εξωτερικεύεται, εσωτερικεύεται – στρέφεται με τον ίδιο παλμό προς τα μέσα τόσο που οι δυο παρουσίες καταλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τη σκηνή, τη μετατρέπουν σε ένα οχυρωμένο κόσμο ψυχικών και κινητικών εντάσεων.

Το δαιδαλώδες ανάπτυγμα των ξύλινων κατασκευών δημιουργεί τέσσερις διαφορετικούς «κόσμους»· καταλήγει κανείς συνειρμικά στο ότι η επέκτασή τους εξαρτάται από την αέναη επιστροφή στην πηγή-μήτρα, τη διαρκή τροφοδότησή τους όχι μόνο με τα απαραίτητα υλικά στοιχεία αλλά και με την αδιάκοπη ψυχική φόρτισή τους. Η μήτρα δεν εκκενώνεται ποτέ, πυροδοτεί συνεχώς μεταβατικές καταστάσεις (λειτουργία της επιγένεσης), καθεμία από τις οποίες βασίζεται σε μια πρωταρχική συνθήκη: καθώς διαιρούνται αδιάκοπα τα μέρη της ύλης, τα σώματα των χορευτριών επαναλαμβάνουν μια στροφική κίνηση του κορμού που παραπέμπει ίσως στη ρευστότητα του κόσμου τον οποίο προσπαθούν να ορίσουν και αυτή η κατ’ ουσίαν ελαστικότητα των σωμάτων είναι η εκφραστική δύναμη που «ασκείται» στην ύλη.

Το μόνο ίσως ελάττωμα στον μηχανισμό κατασκευής των «θυγατρικών» χώρων, σε αντιδιαστολή με την επαναληπτική κίνηση που εκτελούν τα σώματα, αποτελεί το ότι είναι αρκετά τεχνητός για να καταλάβει ο θεατής τόσο τη διάρκεια όσο και την «ανάγκη» λειτουργίας του. Αυτή η διανυσματική διαφορά μεταξύ «οργανικού και ανόργανου» (όσο οι κατασκευές προχωρούν σε μεγαλύτερες μάζες-επιφάνειες τόσο οι κινήσεις των χορευτριών μοιάζουν να συσπειρώνονται, να εσωτερικεύονται) αποτελεί το σημείο καμπής της παράστασης: η μετάβαση από το κέντρο της σκηνής στο προσκήνιο ή στο βάθος όπου αναπτύσσονται οι κατασκευές προσφέρεται στον θεατή σαν επίφαση τελικότητας, σαν μια αναπόφευκτη προκαθορισμένη επιλογή χωρίς να τηρείται το πλεονέκτημα της αμεσότητας που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή η κινητική δράση.

Η αραίωση είναι μόνο προσωρινή· τα σώματα εισέρχονται και πάλι σε ένα μοτίβο που κορυφώνεται μέσα από ορμητικές πτώσεις και ανακάμψεις, επιβεβαιώνοντας την εντύπωση ότι η όποια συνοχή και συνεκτικότητα επί σκηνής επιτυγχάνεται αποκλειστικά από την ενεργή παρουσία των χορευτριών (εξαιρετικές στον ρόλο αυτό οι Ιωάννα Παρασκευοπούλου και Χαρά Κότσαλη). Πράγματι ο χώρος ανασυγκροτείται χάρη στον μυϊκό τόνο που επανακαθορίζει την πυκνότητα της κίνησης και την μεταγράφει σε ένα ζωντανό, παλλόμενο «σχήμα». Ο χώρος δεν υφίσταται έξω από τις μονάδες που τον εκφράζουν, βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία αμοιβαίου καθορισμού με αυτές, είναι η συνεπαγωγή της σχέσης τους. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια εσωτερικότητα που μετατρέπει τον χωροχρόνο από καθαρό, εμπειρικό δεδομένο σε σύνολο ή πλέγμα σχέσεων μέσα στο ίδιο το υποκείμενο. Όπως υποστηρίζει και ο γερμανός στοχαστής «ο κόσμος ύφισταται μόνο μέσα στα παριστάντα του, όπως αυτά εσωκλείονται σε κάθε μονάδα. Είναι ένας παφλασμός, μια βοή, μια ομίχλη, ένας κονιορτός εν χορώ».


Τάσος Κουκουτάς

 

 

2013-06-02

Published in Άρθρα Χορού

Follow Us