Η επανάσταση χωρίς την επανάσταση (Τάσος Κουκουτάς)

Η επανάσταση χωρίς την επανάσταση: όνειρα για χορευτές στα κλειστά σύνορα της χώρας μας

Σε πρόσφατη συνέντευξή της στην κυριακάτικη εφημερίδα ΑΥΓΗ (26/10/14) (διαβάστε εδώ την συνέντευξη), η διευθύντρια της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης πραγματοποίησε μια σειρά από δηλώσεις, προκειμένου να τονίσει την πίστη της στο όραμα και την παρουσία της σχολής στα «κλειστά σύνορα» της χώρας μας. Οι δηλώσεις αυτές, οι οποίες συνέπεσαν χρονικά με την εμφάνιση της Hellenic Dance Company στο ΜΜΑ, αποτυπώνουν το φαινομενικά αγωνιστικό και εξωστρεφές πνεύμα της διευθύντριας, σε μια εποχή που καταστέλλει την «αγωνιστική διάθεση» και την καλλιτεχνική δημιουργία. Παρόλα αυτά, αν εξετάσουμε με προσοχή τα λεγόμενά της, μπορούμε να εντοπίσουμε σ' αυτά ένα συγκεκριμένο αδιέξοδο, το οποίο δηλώνει όχι τόσο την αντίσταση στην καθημερινή δυσβάσταχτη οικονομική συνθήκη, αλλά την αναγωγή της σε ένα ιδεολογικό μόρφωμα προκειμένου τα γεγονότα, ακόμη και αν λειτουργούν εις βάρος της σχολής, στην τελική να διαμορφώνονται ως επιχειρήματα υπέρ της θέσης της διευθύντριας.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο εσωτερικό μιας πλάνης, σύμφωνα με την οποία, το έργο της ΚΣΟΤ δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνο της διευθύντριας. Αντιθέτως, ότι βρίσκεται εκτός των αρμοδιοτήτων της τελευταίας, λειτουργεί αναχαιτιστικά προς την εκπλήρωση των υψηλών στόχων της σχολής. Με τη λογική αυτή, η δημιουργία βιβλιοθήκης με 6.500 τόμους, το τμήμα χορογραφίας και η ανανέωση του εκπαιδευτικού προσωπικού, δεν ήταν θέμα (απλώς) οικονομικής συγκυρίας, αλλά ζήτημα σωστών αποφάσεων ενός μόνο προσώπου. Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων της, μόνο η διευθύντρια γνώριζε όλα όσα έπρεπε να γίνουν, ώστε η σχολή να αναχθεί σε ένα πρώτου επιπέδου εκπαιδευτικό ίδρυμα [για τα ελληνικά δεδομένα]. Εξαιτίας του ότι δεν ευνοούσαν οι συνθήκες, η ανανεωτική παρουσία της άφησε χώρο μόνο για ορισμένες σημαντικές διακρίσεις, όπως, μεταξύ άλλων, την ίδρυση της χορευτικής ομάδας Hellenic Dance Company, η οποία θεωρείται εφάμιλλη με αντίστοιχες, επαγγελματικού επιπέδου ομάδες του εξωτερικού/εσωτερικού [με τη μόνη διαφορά ότι όλα στην ομάδα αυτή είναι «επαγγελματικά», εκτός από τις ίδιες τις εργασιακές σχέσεις των χορευτών με τους εργοδότες τους, δηλαδή τη σχολή]. Επίσης, για ιστορικούς λόγους, η σχολή, παρά τις επεκτεινόμενες δραστηριότητές της, παραμένει σ' έναν χώρο όπου οι μαθητές παρακολουθούν τις διδασκαλίες «ο ένας πάνω στον άλλο», γιατί –πάντα σε αντιδιαστολή με την ποθητή, επιτυχή σταδιοδρομία της- δεν υπάρχουν οι πόροι για να ευοδωθούν τα σχέδια μιας ολοκληρωτικής αναβάθμισης. Έτσι, παρά τις όποιες αντιξοότητες, τόσο οι εκπαιδευόμενοι όσοι και το εκπαιδευτικό προσωπικό, φαίνεται να είναι ευχαριστημένοι από το γεγονός και μόνο ότι η σχολή λειτουργεί και δεν διακόπτονται οι σπουδές.

Ας πούμε τώρα, ότι τα παραπάνω δεν είναι απλώς σχήμα λόγου, αλλά μέρος μιας πραγματικότητας εντός της οποίας τόσο η διευθύντρια όσο και η σχολή καλούνται να δράσουν. Το ιδεολογικό μόρφωμα εντοπίζεται ακριβώς στις σχέσεις εξάρτησης των δύο παραπάνω, στον βαθμό μάλιστα, που η θέση της διευθύντριας, όπως υποστηρίζει και η ίδια, εποπτεύει την ολότητα των σχέσεων οι οποίες διέπουν τη λειτουργία της σχολής. Υπό αυτή τη δυναμική, αντιλαμβανόμαστε πώς η θέση της διευθύντριας ήταν «ήδη εκεί» για το συγκεκριμένο πρόσωπο, πριν ακόμη αναλάβει τα καθηκόντά του, έτσι ώστε όταν δηλώνει ότι «[ανέλαβα] το 1999, όταν η σχολή ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση», καθιστά εξαρχής «αναγκαία» την παρουσία της και εμφανή την «έλλειψη» την οποία θα έπρεπε να συγκαλύψει. Πώς μεταφράζεται όμως αυτή η «ιστορική αναγκαιότητα» με απλά λόγια; Κάτω από ποιες συνθήκες το προσωπικό συμφέρον μεταμφιέζεται σε καθολικό συμφέρον της σχολής; Για ποιες αλλαγές μιλάμε, όταν το πρόγραμμα σπουδών παραμένει το ίδιο επί συναπτά έτη, αποκαλύπτονας όχι απλώς τη μονομέρεια σε αισθητικά ζητήματα και εκπαιδευτικές μεθόδους, αλλά και την απουσία βασικών διεκδικήσεων, οι οποίες αφορούν στην αναβάθμιση του πτυχίου των σπουδαστών (η σχολή θεωρείται ακόμη και σήμερα ανώτερο και όχι ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα); Μήπως οι αποκλίσεις από τις παραπάνω ουσιαστικές τομές συμβάλλουν στην πλάνη ότι «οι σπουδές είναι πλήρεις» και άρα το ερώτημα μετατίθεται στην μετέπειτα απασχόληση των χορευτών;

Στην ουσία, δεν επιδιώκεται μια δομική αλλαγή στη λειτουργία του (εκπαιδευτικού) συστήματος, αλλά ευκαιριακοί νεωτερισμοί που αποβλέπουν στο να δικαιολογήσουν τη μέχρι σήμερα θητεία της διευθύντριας. Έτσι, η δράση της είναι τέτοια ώστε να μην οδηγεί σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, παραμένει δηλαδή ένα φαντασιακό που υποκινεί την επιθυμία (για αλλαγή, αναβάθμιση κ.ο.κ.) χωρίς ποτέ να την εκπληρώνει. Όταν λοιπόν, το πρόσωπο αυτό ομολογεί «έκανα το καθήκον μου» με τα δεδομένα της παρούσης κατάστασης –άρα, δεν άλλαξα τα δεδομένα άλλα έπραξα σύμφωνα με αυτά- το εννοεί σε αυτό το βαθμό που το καθήκον εκλαμβάνεται πάντα ως μια πράξη σε εκκρεμότητα ή εκλαμβάνεται ως περιορισμένης εμβέλειας εξαρτώμενη από εξωτερικούς όρους [βλ. η συχνή αλλαγή των υπεύθυνων στο υπουργείο πολιτισμού]. Τυπικά, η ανολοκλήρωτη δράση γίνεται η sine qua non συνθήκη για μια μελλοντική δράση και το επιθυμητό αποτέλεσμα αναβάλεται ad infinitum, μετατίθεται στο διηνεκές, με την πρόφαση ότι ποτέ δεν υπήρξαν οι κατάλληλες συνθήκες ή δεν βρέθηκε η σωστή στιγμή [η μόνη ωστόσο «σωστή» στιγμή ήταν εκείνη της ανάληψης της θέσης που τόσα χρόνια καταλαμβάνει]. Αυτή η ρεβιζιονιστική «αναποφασιστικότητα» -δεν ενεργώ στο βαθμό που δεν μου το επιτρέπουν οι συνθήκες, αλλά στο μεταξύ εκμεταλλεύομαι το διάστημα της μη-ενεργητικότητας απολαμβάνοντας τα οφέλη της θέσης μου- δεν αποτελεί παρά μια μεταμφιεσμένη μορφή αιτήματος που απευθύνεται μονίμως στους άλλους: η αμφιβολία δεν εκφράζεται προς το άτομο που κατέχει την διευθυντική θέση, αλλά προς όλους τους άλλους που δεν αντιλαμβάνονται την ανεπάρκεια του συστήματος να υποστηρίξει τη θέση της διευθύντριας.

Η «αναγκαιότητα» της παραπάνω πλάνης βασίζεται στη λογική ότι η καθημερινή εμπειρία της διευθύντριας της σχολής είναι «κόντρα» σε αυτό που ορίζει το σύστημα, στην αδιαφορία του κράτους για τα κοινά [επομένως και την εκπαίδευση] αλλά και στις ίδιες τις εργασιακές σχέσεις του υποκειμένου προς τις μονάδες παραγωγής. Όσο και αν τα παραπάνω φαίνεται να συνοψίζουν αυτό που αποκαλούμε «παρούσα κατάσταση», στην ουσία πρόκειται για μια μπουνιουελική κατασκευή της ίδιας της πραγματικότητας: η θέση της διευθύντριας καθίσταται αδύνατη ευθύς μόλις το πρόσωπο που την ενσαρκώνει εκπληρώσει το αντικείμενο της επιθυμίας του, δηλαδή γίνει διευθύντρια. Υπό τη λογική αυτή, η διευθύντρια, αναιρώντας τον ίδιο της τον εαυτό, προχωρά στη μετάθεση της επιθυμίας του «να ολοκληρώσει το έργο της» γιατί αυτό απλά θα σήμαινε την εκπλήρωση αυτού που την ώθησε εξαρχής στην κατάληψη της θέσης. Σύμφωνα με το παραπάνω, υπάρχουν δύο τινά: ή θα παραμείνει στη θέση της αναζητώντας μέσα από (αβέβαιες) δράσεις της σχολής τον ρόλο της, ή θα ταυτιστεί με την επιθυμία της ολοκληρώνοντας το έργο της ως διευθύντρια. Στην πρώτη περίπτωση θα παραπονιέται αδιάλειπτα γι' αυτό που δεν της προσφέρουν, στη δεύτερη θα προσφέρει με γενναιοδωρία αυτό που πιστεύει ότι (της) λείπει. Μένει ωστόσο και πάλι να δει/κρίνει τι είναι αυτό που λείπει σήμερα από την εκπαίδευση των χορευτών –και ίσως, μεταξύ μας, να μην είναι, όπως υποστηρίζει, η απουσία «καλλιτεχνικών γεγονότων». Οπότε προκύπτει το εξής εύλογο ερώτημα: είναι εφικτή η ανανέωση των θεσμών δίχως προηγουμένως να έχουμε μιλήσει για ανανέωση των προσώπων; Και πόσο «διαρκής» μπορεί να είναι αυτή η ανανέωση με τα σημερινά δεδομένα;

Τάσος Κουκουτάς
Last modified on Παρασκευή, 07 Νοεμβρίου 2014 16:55

Follow Us