Ένα σχόλιο πάνω στο βίντεο «Η αδερφή μου χορεύει techno»
Του Παναγιώτη Κούστα*
← see video
Όταν το 1990 η ανθρωπολόγος Jane Cowan εξέδιδε το βιβλίο «Η Πολιτική του Σώματος: Χορός και κοινωνικότητα στη Βόρεια Ελλάδα» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια το 1998), προφανώς δεν είχε την ευτυχία να βρεθεί μπροστά σε ένα περιστατικό ανάλογο με αυτό που εκτυλίσσεται στα σχεδόν επτά λεπτά του βίντεο που παραθέτω στο παρόν κείμενο και συμπυκνώνει τις πολιτικές, ιδεολογικές και πολιτισμικές ζυμώσεις της εποχής. Γυρισμένο το 1992 με ερασιτεχνική κάμερα, καταγράφει μια γιορτή σε ένα τυπικό ελληνικό μεσοαστικό σαλόνι των αρχών της δεκαετίας του 1990 (στα στοιχεία περιγραφής δεν διευκρινίζεται αν είναι στην Αθήνα, σε κάποια επαρχιακή πόλη ή χωριό).
Ο χώρος: Δύο τουλάχιστον από τους τοίχους είναι καλυμμένοι με ταπετσαρία, από την οροφή κρέμεται ένας πολυέλαιος με ψεύτικα κρύσταλλα, το σύνθετο που αποτελεί το κυρίως φόντο όσων καταγράφει η κάμερα είναι διακοσμημένο με σεμεδάκια και πορσελάνες. Σε μια άκρια του δωματίου ακουμπάει ένας καναπές και δίπλα του μια ασορτί πολυθρόνα, ενώ σε μία άλλη είναι (προφανώς για την περίσταση) τραβηγμένο -έτσι ώστε να δημιουργήσει τον απαιτούμενο κενό χώρο της «πίστας»- ένα τραπέζι στρωμένο με λευκό τραπεζομάντιλο πάνω στο οποίο υπάρχουν σερβίτσια με φαγητά και κάποια ποτήρια με ποτά.
Ο χρόνος: Κάποια εξέχουσα στιγμή-αφορμή για την οικογενειακή βεγγέρα μπορεί να αποτελεί ο εορτασμός κάποιων γενεθλίων (αν και δεν παρατίθεται σκηνή με τούρτα), μια ονομαστική εορτή ή κάποια επαγγελματική επιτυχία. Βέβαια, το πιο πιθανό είναι το μίνι γλέντι να αποτελεί «after» βάφτισης, καθώς σε μία σκηνή διακρίνεται ένα μικρό παιδί καθισμένο στα γόνατα ενός άνδρα να φοράει στο πέτο κάτι που μοιάζει με μαρτυρικό, ενώ η γυναίκα που κάθεται δίπλα τους φαίνεται να παίζει στα χέρια της -μάλλον αμήχανη με όσα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια της- κάτι που μοιάζει με τούλι από μπομπονιέρα.
Η ενδυμασία: Οι συμμετέχοντες φορούν τα θεωρούμενα ανάλογα με την ηλικία που βρίσκεται ο καθένας «καλά» τους. Η κόρη/αδερφή που αποτελεί την κύρια πρωταγωνίστρια του δρώμενου, είναι μια νέα κοπέλα, ντυμένη σύμφωνα με τις τότε grunge επιταγές της μόδας. Η μητέρα της έχει φτιάξει τα μαλλιά της στο κομμωτήριο και φοράει ένα λαμέ μπλουζοπουκάμισο και εντυπωσιακά σκουλαρίκια. Και οι τρεις άνδρες που εμφανίζονται στο βίντεο φορούν λευκό πουκάμισο και μαύρο παντελόνι.
Η έξοδος: Το βίντεο κλείνει με ένα νέο χορευτικό ζευγάρι, έναν μυστακοφόρο άνδρα που πρέπει να πλησιάζει τα σαράντα και την προηγουμένως αναφερθείσα πιθανολογούμενη οικογενειακή φίλη να χορεύουν ένα αυτοσχέδιο τάνγκο πάνω στο παλιό ελληνικό τραγούδι «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς» που ακούγεται από τη χαρακτηριστική και πεντακάθαρη φωνή της Μαίρης Λίντα. Ήταν, άλλωστε, η εποχή που ακόμη και στα καλύτερα μαγαζιά της Αθήνας το πρόγραμμα έκλεινε τα ξημερώματα -προ «Νόμου Παπαθεμελή»- με δημοτικά τραγούδια και κλαρίνα, καταργώντας μια για πάντα το «Ανήκομεν εις την Δύσιν» που λίγα χρόνια αργότερα θα έδινε τη θέση του στο «Ανήκομεν εις την Βίσση». Και όπου Βίσση εννοείται η Άννα Βίσση, μια γυναίκα που καθόρισε όσο καμία άλλη τη νεοελληνική αισθητική από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι τα μέσα αυτής του 2000.
Και βέβαια, όλα τα παραπάνω αποτελούν απλές και διασκεδαστικές εικασίες της εθνογραφικής σκέψης. Στην πραγματικότητα, η αλήθεια γύρω από το δρώμενο, τους ανθρώπους που το εκτελούν και τους βαθύτερους σκοπούς των πράξεών τους μπορεί να μην βρίσκεται ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε κάπου στη μέση αλλά κάπου αλλού. Εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να απολαύσουμε το βίντεο και να τους αφήσουμε στη βιντεοσκοπημένη ευφορία τους.
----------------------
*© Κειμένου: Παναγιώτης Κούστας
*© Κειμένου: Παναγιώτης Κούστας
*Ο Παναγιώτης Κούστας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Σπούδασε Κοινωνιολογία, Πολιτιστική Διαχείριση και Φυσική Αγωγή. Την τριετία 2007-2010 πραγματοποίησε διδακτορικές σπουδές με αντικείμενο την Ανθρωπολογία του Σύγχρονου Χορού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
