Η φετινή μου εμπειρία από τον χορό στο Φεστιβάλ Αθηνών προήλθε από την παρακολούθηση οκτώ διαφορετικών παραστάσεων χορού. Διαφορετικών, ως προς την ροπή τους στο performance ή την (κλασσική) χορευτική παράσταση, αλλά και ως προς τον ίδιο τον προσδιορισμό τους ως εικαστικά, ή απλώς, χορευτικά δρώμενα. Παρά την διαφορετικότητά τους, μοιράστηκαν πολλά κοινά στοιχεία, όπως την έμφαση στην ετερότητα, την πολυπολιτισμικότητα, τις εκφάνσεις του φύλου και την αναζήτηση του εαυτού στην πολυπλοκότητα, αλλά και το ταξίδι στο παρελθόν μέσα από τις αισθήσεις και τις συναισθήσεις. Ο κοινός παρανομαστής των παραστάσεων αυτών ήταν η στενή και συνεχής συνεργασία της αφαίρεσης με την διαχείριση της πολλαπλότητας, από την πλευρά της εννοιολογικής σύλληψης και των κινησιολογικών φορμών που χρησιμοποιήθηκαν. Οι τελευταίες χαρακτηρίζονταν από υβριδοποιήσεις διαφορετικών χορευτικών ειδών, από τον κλασσικό χορό και τον σύγχρονο, μέχρι και χορευτικά στιλ του δρόμου και παραδοσιακούς χορούς.Στην «Λίμνη των Κύκνων» της Ντάντα Μαζίλο, η νεαρή χορογράφος αναδιαμορφώνει τη γνωστή ιστορία της λίμνης, σε ένα ρομαντικό και παραμυθένιο «queer» σενάριο, χρωματίζοντας με εντυπωσιακούς ροζ φωτισμούς και κοστούμια την ιδιότυπη χορογραφία της, που αναμειγνύει και γεφυρώνει το κλασσικό μπαλέτο με την αφρικανική κινησιολογία, την πειθαρχημένη με την αχαλίνωτη κίνηση. Η αφρικανική αφηγηματικότητα και κωμικότητα που χρησιμοποιεί, αναμοχλεύουν και αποσταθεροποιούν την ετεροκανονική αφρικανική (αλλά και δυτική) κουλτούρα, με έναν μαλακό και απέριττο τρόπο που δεν εκβιάζει το νόημα και το «πολιτικό» πίσω από τον σουρεαλισμό.
Η δεύτερη χορο-εικαστική παράσταση που παρακολούθησα, το περιβάλλον της οποίας διαμορφώνεται επί τόπου, αποτελεί έναν ζωντανό μηχανισμό ενθύμησης, ταξιδεύοντάς μας στους πιο ανεπαίσθητους και ελλοχεύοντες τρόπους του «να θυμάται» κανείς. Στο «Memorandum» της Τζένης Αργυρίου, ενθυμίσεις από την ατομική μνήμη περιπλέκονται με το συλλογικό παρελθόν και συνθέτουν ένα διαφορετικό Μνημόνιο. Το «Memorandum» έρχεται ως ένας ειρωνικός σχολιασμός-υπαινιγμός της χορογράφου σε μια στιγμή «κρίσης», όπου καλούμαστε να αναλογιστούμε εν τω βάθη τη σχέση μας με το παρελθόν, ως αντίσταση στην επιβαλλόμενη πραγματικότητα να ξεχάσουμε κομβικά στοιχεία της ταυτότητάς μας, δεχόμενοι ενοχικά την ανάληψη ενός δυνητικού «χρέους». Συνδυάζοντας την performance, τις νέες τεχνολογίες και την in situ εγκατάσταση του Βασίλη Γεροδήμου, σε ένα ικρίωμα από μεταλλικές σιδεριές που προκαλούν θορύβους μέσα από τη χρήση αντικειμένων, οι performer ψαχουλεύουν με φακούς στο σκοτάδι, εφάπτονται με σκιές των ίδιων και άλλων και προκαλούν ήχους και μουσικές που θυμίζουν πρωτόγνωρες αισθήσεις και συναισθήματα. Ταυτόχρονα τις μεταφέρουν με χειρονομίες και επαναλαμβανόμενες, υποβλητικές λεκτικές εκφράσεις στο κοινό, υπό την προβολή φωτογραφιών προσώπων από το παρελθόν και εγκαταλελειμμένων κτιρίων. Σημεία του σώματος των ερμηνευτών φωτίζονται και μαζί με αυτά, θαμμένες μνήμες και αισθήσεις ερμηνευτών και θεατών, που αρμονικά συνδέονται με ιστορικά γεγονότα και συλλογικές μνήμες από τον Ελλαδικό χώρο. Έτσι σε αυτήν την πολυσύνθετη παράσταση επιτυγχάνεται ένας συγκεκριμένος στόχος. Να διαμορφωθεί ένας διαδραστικός χώρος ενθύμησης, χτίζοντας την επικοινωνία ανάμεσα σε σώματα έξω και μέσα από τη σκηνή και συνδέοντας την ατομική με τη συλλογική μνήμη σε μια αδιαχώριστη ενότητα.
Η τρίτη εξίσου σημαντική, solo performance, ήταν το «Memorabilia» (Phaedra's Laboratory) των RootlessRoot της Λίντα Καπετανέα όπου ξετυλίγεται αλληγορικά η γυναικεία υποκειμενικότητα σε τρεις εκφάνσεις της, εμπνεόμενη από τρεις θηλυκές μορφές της ελληνικής αρχαιότητας, την Φαίδρα, την Μήδεια και την Πασιφάη. Η Λίντα Καπετανέα συγκεντρώνει στο κινούμενο σώμα της, επιθετικές και αυτοκαταστροφικές εκφράσεις και αντιδράσεις που κρύβουν ωστόσο μια μυστηριακή αισθησιακότητα. Το περιβάλλον της παράστασης διαμορφώνεται και εδώ επί σκηνής, μέσα από σκοτεινά τελετουργικά και την σωματική και ηχητική παρέμβαση της Καπετανέα στην ξύλινη εγκατάσταση, καθώς και από την χρήση υλικών όπως ο πηλός. Η αρχαιοελληνική νότα δίνεται εξαρχής με τη βαφή ενός αρχαίου αγγείου σε κόκκινο χρώμα (σύμβολο ορμητικότητας και πάθους) από την performer. Οι συμβολισμοί ακολουθούν, ο ένας μετά τον άλλον: Οι ανατροπές και τα ρήγματα της ζωής αναπαριστώνται με τις τρύπες που ανοίγει η Καπετανέα στην λήκυθο και με το σπάσιμο των σοβάδων ενός τοίχου στο background. Η ρευστότητα συμβολίζεται με το νερό που τρέχει από τις τρύπες του αγγείου. Με γυναικείες φωνές ως υπόκρουση, η χορογράφος μπολιάζει στοιχεία αρχαϊκού χορού, με τον σύγχρονο χορό, αλλά και τον ανατολίτικο, μέσα από κινήσεις που θυμίζουν τσιφτετέλι. Η Καπετανέα δεν διστάζει να πιάσει το μικρόφωνο και να μας τραγουδήσει για το σώμα που υποφέρει σιωπηλά, για το γυναικείο σώμα του τραύματος και της ντροπής, επαναλαμβάνοντας στίχους όπως «body shame». Πότε μοιάζει παραδομένη και ανήμπορη και πότε μεταμορφώνεται σε σατανική μάγισσα της αρχαιότητας. Ιδιαίτερο αφαιρετικό σημείο της performance ήταν η τοποθέτηση της σκόνης (από το αγγείο) σε διάφορα σημεία του σώματός της και η αλληγορική μεταφορά της ρευστότητας του εαυτού σε διάφορα όργανα του σώματος. Εξαιρετική ήταν και η ήρεμη και αργή κίνηση της Καπετανέα που εναλλάσσονταν με τις εκφράσεις βίας και σκληρότητας. Ωστόσο, ο δυνατός κλιματισμός στον χώρο την συγκεκριμένη ημέρα, μας δυσκόλεψε.
Η παράσταση της Ερμίρα Γκόρο, «A Quiet Voice» αν και πολλά υποσχόμενη και ιδιαίτερα χαρμόσυνη και γεμάτη θετικότητα, ήταν αρκετά προβληματική, αναφορικά με τον τρόπο που αποδόθηκαν οι σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες της πόλης. Σε μια εξισωτική διάθεση της Γκόρο, η παράσταση διακρίθηκε από μια έντονη τάση εξιδανίκευσης, αρμονίας και εξωραϊσμού των σχέσεων ετερότητας και μας έλλειψε αρκετά η αναφορά σε μια έκδηλη ή υποδόρια ωμότητα και βία, τόσο από την πλευρά του εξουσιαστή όσο και από την πλευρά του εξουσιαζόμενου. Μια περισσότερο ρεαλιστική διάσταση, θα συνομιλούσε περισσότερο με μια κοινή εμπειρία και αίσθηση της πολυπολιτισμικότητας στο σύγχρονο αστικό κέντρο. Παρόλα αυτά ήταν μια «φωτεινή» παράσταση, με διάχυτη την παιδικότητα (τα παιδιά πρωτοστατούσαν και στην έναρξή της), με ένα ευρύ ρεπερτόριο από την ζωντανή ορχήστρα, που ξεκινούσε με βιολιά και έφτανε μέχρι και τα αφρικανικά κρουστά, εντυπωσιακά φολκλόρ (ασιατικά) κοστούμια και μια κινησιολογία που κυμάνθηκε από τους αφρικανικούς και άλλους παραδοσιακούς χορούς έως και το popping.Οι χοροί αυτοί δεν επιτελέστηκαν σε αρμονία με την εθνικότητα των χορευτών, με κύριο παράδειγμα την επιτέλεση ενός τσιφτετελιού από αφρικανικής καταγωγής χορευτή. Αυτό που η Γκόρο φαίνεται να προσπάθησε να μεταφέρει χορογραφικά στο κοινό, ήταν η διαρκής προσπάθεια του «διαφορετικού» στοιχείου να συνενωθεί με την ολότητα, χωρίς αυτό να επιτυγχάνεται πάντα επαρκώς.
Τέλος, η Τρίσα Μπράουν ολοκλήρωσε την περιδιάβασή μου στο Φεστιβάλ, με τέσσερα σημαντικά έργα της, διασχίζοντας το όριο ανάμεσα στις παραστατικές και εικαστικές τέχνες: Στο «Watermotor» (1978) που άνοιξε (στο ήμισυ) την αυλαία, ο Neal Beasley μας καλωσορίζει στον υδάτινο κόσμο της Μπράουν με ένα αέρινο σόλο, ξεδιπλώνοντας μια ελεύθερη πορεία που απλώνεται στον χώρο, χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Στην δεύτερη γνωστή της χορογραφία «Son of Gone Fishin» (1981) έξι χορευτές με ασημένια και χρυσά κοστούμια κινούνται στη σκηνή, θυμίζοντας έντονα διάστημα και συναντιούνται υπό τους ήχους της μουσικής του Alvin Curran. Οι κινήσεις που επιστρατεύει είναι λιτές και αποτελούνται από στροβιλισμούς, ενώ τα σώματα εφάπτονται ή δημιουργούν δυάδες και τριάδες, δίνοντας την αίσθηση του κυματισμού στον χώρο. Τα σώματα μιμούνται την μοριακή δομή της ύλης, τους νόμους και τους κανόνες της φύσης και μετατρέπονται σε έμβια έργα τέχνης. Η βραδιά συνεχίστηκε με το «Rogues» (2011), όπου δυο χορευτές εναρμονίζονται και από-εναρμονίζονται σε μουσική jazz και φυσαρμόνικας και τελείωσε δυναμικά με το «For M.G.: The Movie» (1991), όπου η αφαιρετική ματιά της Μπράουν αναδεικνύεται στο έπακρο. Οι χορευτές με διάφανες εντυπωσιακές στολές ξετυλίγουν μια ιστορία που θυμίζει αναδρομή σε κάποια μνήμη ή ταινία, αναπτύσσοντας μια χορευτική δράση μεταξύ σωμάτων που κυλούν, πέφτουν, ψάχνουν για κατεύθυνση, ακολουθώντας την κίνηση ο ένας του άλλου, σε μια ανεξήγητη, μολοταύτα λογική αλληλουχία. Μέσα σε ένα ηχητικό τοπίο από απεγνωσμένες φωνές, θορύβους από μηχανές, πλοία και μέσα μεταφοράς, μέχρι και ζουζουνίσματα, που θυμίζουν τη φύση αλλά και τη φθορά, παρατηρούμε σώματα κινούμενα και αγαλμάτινα, σε μια διαρκή προσπάθεια για τη διαχείριση της αταξίας, μέσα από μια πολυπλοκότητα, που αβίαστα οδηγεί στην νομοτελειακή απλότητα του σύμπαντος.
Ναταλία Κουτσούγερα (Dancetheater.gr)