Displaying items by tag: Πήγα Είδα
Arc for Dance 2013 – “4 Εποχές” (Ναταλία Κουτσούγερα)
|
Arc for Dance 2013 – “4 Εποχές” απο την Ναταλία Κουτσούγερα Πήγα - Είδα
Την πρώτη ημέρα στις 17 Μαΐου το φεστιβάλ άνοιξε την αυλαία του με μια εικαστική ατμόσφαιρα κουκλοθέατρου ή θεάτρου μαριονέτας με την παράξενη πρώτη χορογραφική απόπειρα της Κωνσταντίνας Ευθυμιάδου, Henshin (μεταμόρφωση), που μας εξέπληξε όλους ευχάριστα. Στην ζωντανή της κίνηση ενέπλεξε ένα παραμυθένιο εικαστικό τοπίο – μία μακέτα σκοτεινής πόλης, ένα πράσινο δέντρο καρφωμένο στην πλάτη της, ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια, ένα παντελόνι και ένα ελαφρύ κουστούμι – ταξιδεύοντας μας στην δίνη της δικής της μαγικής σκέψης. Ο ψυχισμός της πρωταγωνίστριας βρίσκεται σε μια θύελλα μετατροπών που ψάχνουν το δρόμο για τη λύτρωση. Ξεκινώντας ως μια θηλυκή νεραϊδόμορφη φιγούρα τραβάει προς το μέρος της μια εύθραυστη μακέτα από μια σκοτεινή πόλη. Αφού προβαίνει σε κάποιες μετακινήσεις των κτιρίων ξετυλίγει μια αισθαντική χορογραφία κουβαλώντας ένα δέντρο στην πλάτη της, σαν μια προσπάθεια να βγει από το έρεβος. Η κινησιολογία της απλή, ανάλαφρη και ταιριαστή με αυτό που μοιάζει να θέλει να πετύχει, ενώ σε στιγμές τα μαλλιά της κρύβουν το πρόσωπο και συμμετέχουν σε αυτό που θέλει να μας περιγράψει: την μεθοριακή και μεταίχμια κατάσταση που οδηγεί στην μεταμόρφωση. Λίγο μετά, η χορογράφος σε παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου στήνει ένα νέο περιβάλλον, αποστασιοποιείται από τα θηλυκά της χαρακτηριστικά και φορώντας ένα καφέ παντελόνι μεταμορφώνεται σε άντρα. Η σκληρότητα του βρίσκεται στα έντονα χτυπήματα στο πάτωμα που μοιάζουν με κινήσεις ανδρικού παραδοσιακού χορού. Το σκηνικό μετατρέπεται ξανά για να φορέσει τα κόκκινα παπούτσια και να μπει σε ένα ρούχο που κρέμεται επί σκηνής. Η στιγμή φωτεινότητας έχει φτάσει και η Ευθυμιάδου χορεύει σε ανάλαφρους στροβιλιστικούς συνδυασμούς. Σε μια φαντασμαγορία κινούμενων φώτων θυμίζοντας βραδινή πόλη από μακριά, χορεύει στο σκοτάδι και το πέπλο της παράστασης πέφτει με τον φωτισμό της μακέτας, το μάζεμα των ρούχων επάνω σε αυτήν και την αργή αποχώρηση της από τη σκηνή. Οι αφηρημένοι συνειρμοί της Ευθυμιάδου πέρασαν με γλαφυρότητα στο κοινό, καταφέρνοντας να φωτίσουν εκτός από την πόλη και μια θηλυκότητα που δεν είναι αμιγώς ενήλικη αλλά απορρέει μέσα από την παιδικότητα. Η δεύτερη παράσταση που έκλεισε την ημέρα της Παρασκευής ήταν το Allege του Clement Layes. Ο καλλιτέχνης μεταμορφώνεται σε έναν χιουμοριστικό Jarvis Cocker (τραγουδιστή των Pulp) καθώς τον βλέπουμε να εμφανίζεται με ένα ποτήρι κολλημένο στο κεφάλι του. Χωρίς να καταλαβαίνουμε διόλου τι ακριβώς «έχει στο κεφάλι του» μας παρουσιάζει μια παράλογη, ακατάληπτη και γκροτέσκα performance σε ένα πράσινο-οικολογικό σκηνικό από κουβάδες, ποτιστήρια, γλάστρες με λουλούδια, σφουγγαρίστρες, τραπέζι και φύλλα στο πάτωμα. Προσπαθεί ζογκλερίστικα, απεγνωσμένα και ελαφρώς υστερικά να γεμίσει το ποτήρι στο κεφάλι του καθώς και άλλα ποτήρια και τη γλάστρα, να σφουγγαρίσει τα νερά που χύνονται και να μεταφέρει τα υγρά από τα ποτήρια στους κουβάδες. Το κομμάτι like humans do του David Byrne παίζει δυνατά στο background (οι στίχοι του τραγουδιού μιλούν για κάποιον που επαναλαμβάνει μονότονα τη ζωή του, «i work i sleep and I dance and I m dead») και με ένα νεύμα του Clement σταματά όποτε εκείνος θελήσει. Στο τέλος ο «αξιολύπητος» performer μας επεξηγεί σε μια κωμικότητα αυτό που θέλει να εννοήσει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να μας προσφέρει συγκεχυμένους και πολτοποιημένους συνειρμούς, συμπλέκοντας ανθρώπινες επιθυμίες, μιντιακές ατάκες και επιστημονικές έννοιες (ενέργεια, πολιτική, όνειρο, μωρό). Βάζοντας έναν πράσινο ντενεκέ στο κεφάλι του μας αναγκάζει να τον παρακαλέσουμε σχεδόν να τελειώσει το μαρτύριο της κενής νοήματος επεξήγησης. Γελάσαμε με την ψυχή μας με το μικρό βασανιστήριο του τέλους. Αυτό που ο Layes επιχειρεί είναι μια σαρκαστική κριτική στο σύγχρονο νεοφιλελεύθερο-οικολογικό υποκείμενο που διακατέχεται από μια εσωστρεφή έλλογη δράση αγνοώντας τις εξωτερικές συγκυρίες, από την ματαιοδοξία της απόλυτης γνώσης και την εμμονική ατομικιστική καθημερινότητα της ασταμάτητης επαναληπτικότητας. Το Σάββατο στις 18 Ιουνίου δυο παράξενοι χορευτές μας θύμισαν παιχνίδια playmobil και μας προσκάλεσαν να τους περικυκλώσουμε στην κύρια σκηνή για να υλοποιήσουν την χορογραφία του Jozsef Trefeli & Gabor Varga, Jinx 103. Αρχικά γυρνούν κυκλικά γύρω από το κοινό και στήνουν με μυστηριακούς ψιθύρους κάποιας άγνωστης αρχαίας γλώσσας ένα παράξενο τελετουργικό παιχνίδι, περνώντας ανάμεσα στα σώματα τους μια ριγέ, κοκκινόασπρη κορδέλα και πολύ γρήγορα την διασπείρουν στο κοινό. Μια τελετουργική αργή μελωδία μπαίνει σιγά σιγά και οι δυο performer (Jozsef Trefeli & Gyula Cserepes) αρχίζουν να κινούνται στον ρυθμό της. Ευθυγραμμίζονται σε τετραγωνισμένες κατευθύνσεις και με έντονα πατήματα των ποδιών και χοροπηδητά διαμορφώνουν δυαδικά σχήματα. Κάποιες φορές διασταυρώνονται, άλλοτε συντονίζονται και άλλοτε διαφοροποιούνται. Στήνουν ένα επικίνδυνο κυνήγι μεταξύ τους και μοιάζουν να ανταγωνίζονται αλλά συνάμα να αντιγράφουν ο ένας τον άλλον. Σύντομα αρχίζουν να εξαντλούνται αλλά δεν σταματούν παρά προσθέτουν στην κίνηση τους και στρατιωτικά χτυπήματα χεριών. Καθώς η ηλεκτρονική μουσική αλλάζει και δίνει τη θέση της σε παραδοσιακούς ήχους οι χορευτές μετατρέπονται σε μικρούς κοζάκους και εγκαταλείπουν το ρομποτικό στιλ κίνησης τους για να διαγράψουν πιο γρήγορες παραδοσιακές φιγούρες. Στο τέλος δίνουν αναπάντεχα τα χέρια τους και χαμογελούν. Το Jinx 103 επαναλήφθηκε και την τελευταία ημέρα, ίσως λίγο λιγότερο επιτυχημένο από την πρώτη. Κάποιες επαναλήψεις κινήσεων στην χορογραφία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Η χορογραφία ήταν όμως πολύ πρωτότυπη και το ενδιαφέρον σημείο της ήταν ότι εκκινούσε κυρίως από τις κινησιολογικές φόρμες πηγαίνοντας προς τις εννοιολογικές. Ενδιαφέρουσα ήταν και η συμπόρευση παραδοσιακών στοιχείων χορού με μετα-μοντέρνων. Η επόμενη παράσταση που ολοκλήρωσε την κεντρική ημέρα του Φεστιβάλ έδωσε επίσης έμφαση στα κινησιολογικά μοτίβα, δίνοντας τον δεύτερο ρόλο στις εμφανείς έννοιες σε μια παράσταση αρκετά σκοτεινή, ατμοσφαιρική και αφαιρετική. Το Mothers της Ίρις Καραγιάν ξεκίνησε με δυο γυναικείες φιγούρες που μοιάζουν να συντίθενται από κάποια κοινά «μητρικά» χαρακτηριστικά (αυστηρότητα, σοβαρότητα, πειθάρχηση, ενηλικότητα). Τα αυστηρά κουστούμια τους (μπεζ πουκάμισα με κάποιες λεπτές διαφορές στο στέρνο και μαύρα ίσια παντελόνια) καθρεφτίζουν την εσωστρέφεια και την αυτοσυγκράτηση τους καθώς και οι στρατιωτικοί βηματισμοί τους επάνω σε ένα δάπεδο από ξύλινα τουβλάκια και σανίδες. Το ξύλινο δάπεδο αποσυναρμολογείται στην συνέχεια από τις πρωταγωνίστριες για να δομήσουν από κοινού μια παράξενη ξύλινη πόλη (αυτό το σημείο θα μπορούσε να μας είχε δοθεί λίγο πιο σύντομα). Μέσα από αυτή την αποσύνθεση του δαπέδου δίνεται η αποσύνθεση και απορύθμιση του εαυτού τους και η δημιουργία μιας νέας συνθήκης. Έτσι μετά από αυτό το μεγάλο διάκενο, βγαίνουν από το σκληρό τους κέλυφος και αποκαλύπτουν σταδιακά την συναισθηματική τους τρωτότητα. Οι κινήσεις τους συνοδεύουν αυτήν την αποδόμηση και χαρακτηρίζονται από σπειροειδείς στροβιλισμούς στο έδαφος που τις κάνουν να μοιάζουν με πουλιά ή ανεμοστρόβιλοι. Οι αναστεναγμοί τονίζουν την εκδήλωση του συναισθήματος του φόβου, της εξάντλησης και της ευθραυστότητας. Η Χαρά Κότσαλη και η Ιωάννα Παρασκευοπούλου σε μια αέρινη, τρυφερή κίνηση με αξιοθαύμαστη ακρίβεια πότε παρασέρνονται σε αντίθετες κατευθύνσεις και πότε συγχρονίζονται απόλυτα, αναμειγνύοντας τις κοινές τους πορείες με την διαφοροποίηση. Στο τέλος κλείνουν την χορογραφία αποχωρώντας σε πιο χαλαρούς ρυθμούς αποκαλύπτοντας και την τελική μετατροπή τους. Η τρίτη και τελευταία ημέρα, 19 Μαΐου, ξεκίνησε με το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Χάρη Κούσιου σχετικά με την έμφυλη υποκειμενικότητα που αναπτύσσεται μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Το πρώτο μέρος είχε παρουσιαστεί στο 4Ο Arc for Dance 2012 στο θέατρο OLVIO και στο 3ο Athens Video Dance Project 2012 με πρωταγωνίστρια την Έμυ Κορφιά, στο Could be Anyone, ένα δυνατό σόλο για την σκληρή όψη της γυναικείας υποκειμενικότητας που μετά την εκκεντρική επιτέλεση της Κορφιά ολοκληρώνεται με απέκδυση. Αυτή τη φορά ο Κούσιος ξεκινά από το σκληρό προσωπείο του άνδρα, δίνοντας και αυτόν τον τίτλο στο έργο του. Στο Man II, ο Κούσιος και ο Μιχάλης Κριεμπάρδης, δυο σε σώμα ενός, οικοδομούν ένα τρομακτικό όν που μοιάζει με επικίνδυνη αράχνη. Ο Χάρης Κούσιος (με τον Κριεμπάρδη πίσω από την πλάτη του) ξεδιπλώνει δαιμονικές εκφράσεις προσώπου, ενώ τα χέρια και τα πόδια και των δυο συμμετέχουν στην κίνηση αυτού του αποκρουστικού εντόμου. Ο Κριεμπάρδης αποχωρεί και ο Κούσιος μένει σχεδόν γυμνός και μόνος μπροστά στο ακροατήριο εξεικονίζοντας το εσωτερικό μέρος του Άνδρα. Σε μια στατική τρεμάμενη κίνηση ξεδιπλώνει την φοβισμένη πτυχή του φαινομενικά δυνατού αρσενικού, μέσα από αδύναμες κυκλικές κινήσεις χεριών, που δεν έχουν καμία σχέση με τον τρομακτικό σατανικό του φλοιό. Μετά την καθηλωτική του μεταμόρφωση σε αντίθεση με την Κορφιά φοράει ένα κουστούμι και ακολουθεί το φως της εξόδου. Ο επίλογος του Φεστιβάλ έρχεται σε ένα σκηνικό που κυριαρχεί το πράσινο. Στο PΑΡΚing της Λίας Τσολάκη, η εναλλαγή των εποχών χτίστηκε γύρω από την καθημερινή και επαναλαμβανόμενη κυκλική κίνηση σύγχρονων ανθρώπων της πόλης που τρέχουν με πολύχρωμα (αντιστοίχως με τις εποχές) ρούχα γύρω από ένα τείχος με ξύλινα κασόνια. Μέσα στους πρωταγωνιστές βρίσκεται και ένας εξανθρωπισμένος σκύλος που ακολουθεί το αγχωτικό τρεχαλητό των υπολοίπων. Ανά διαστήματα οι χορευτές κοπάζουν, σταματούν, κοιτούν τους άλλους, σκέφτονται και διαμορφώνουν μικρές δυάδες και ομαδώσεις. Κάποιοι αναλαμβάνουν να αφυπνίσουν κάποιους άλλους και εκεί που νομίζει κανείς ότι αλλάζουν τακτική τους βλέπουμε να μπαίνουν πάλι σε κυκλική τροχιά. Σκηνοθετικά ξεχώρισε η σύλληψη με τις μπότες και το ψάξιμο των χορευτών στους κάδους (μας θύμισε την σημερινή εικόνα των φτωχών μεταναστών που μαζεύουν αντικείμενα από τα σκουπίδια) και η χορογραφική στιγμή του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου που γιγαντώνει την κίνηση του ξεκινώντας από τα δάκτυλα του ποδιού του προς το επάνω μέρος του σώματος του. Το τέλος ήταν ιδιαίτερα χαρούμενο και αισιόδοξο – η Τσολάκη προφανώς ήθελε να αποδώσει μια πιο αισιόδοξη ματιά για την σημερινή κατάσταση – αλλά η φωτεινότητα υπερτονίστηκε και θα μπορούσε να είχε δοθεί περισσότερη εστίαση στις συγκρουσιακές πλευρές και επαφές των ατόμων για να ξεφύγουμε λίγο από την ουτοπία και να δοθεί μια πιο αντιπροσωπευτική εικόνα των τραυματικών μεταβολών που βιώνουμε σήμερα στην χώρα μας. Η παράσταση θα είχε κερδίσει επίσης έδαφος αν ήταν πιο μικρή. Ευχαριστούμε θερμά την Φρόσω Τρούσα και τον Δημήτρη Νασιάκο που κατάφεραν για ακόμα μια φορά να κρατήσουν ψηλά το επίπεδο του Arc σε σκληρούς καιρούς κρίσης και να δώσουν την ευκαιρία σε νέους έλληνες και ξένους χορογράφους και χορευτές να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και να προσφέρουν σε εμάς ένα υψηλών προδιαγραφών θέαμα. Ναταλία Κουτσούγερα Το πέμπτο Arc For Dance festival έλαβε χώρα στον Πολυχώρο Βυρσοδεψείο (Βοτανικός) στις 17, 18, 19 Μαΐου 2013
2013-05-26 |
Το περασμένο τριήμερο (17, 18 και 19 Μαΐου) το καθιερωμένο πια φεστιβάλ Arc for Dance για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά μας υποδέχτηκε αυτή τη φορά στον πολυχώρο Βυρσοδεψείο στον Βοτανικό, με την γλυκιά Φρόσω Τρούσα να μας καλωσορίζει, να μας παρουσιάζει τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες και να συνδέει τη διαδρομή τους στο χορό με το θέαμα που επρόκειτο να παρακολουθήσουμε. Ως κεντρική θεματική του φεστιβάλ επιλέχτηκε το ταξίδι σε 4 εποχές για να αποτυπώσει συμβολικά μια κατάσταση περάσματος, αλλαγής, μετακίνησης και μεταμόρφωσης που αντικατοπτρίστηκε τελετουργικά στις περισσότερες από τις παραστάσεις που παρακολουθήσαμε. Η δροσερότητα της φύσης και των τεσσάρων εποχών αποδόθηκε με πολύχρωμα σκηνικά αντικείμενα και κουστούμια, με κύρια έμφαση στο πράσινο χρώμα. Παράλληλα με τις παραστάσεις πραγματοποιήθηκαν Masterclasses στο Κέντρο Χορού Dan.c.ce. Η κάθε ημέρα, λίγο πριν τις κεντρικές παραστάσεις, ξεκινούσε με μια εντυπωσιακή ομαδική χορογραφία (όπου τονίστηκε η δυναμική του συνόλου και της διαφοροποίησης) των μαθητών της σχολής Danc.c.ce σε παραδοσιακούς ηλεκτρονικούς, ρυθμικούς ήχους και σε σκηνοθεσία-χορογραφία του Αντώνη Λιβερόπουλου. Επίσης, ο διευθυντής του πανευρωπαϊκού δικτύου Aerowaves John Ashford παρευρέθηκε στο φεστιβάλ.