Akram Khan και Israel Galván. Ο Akram εξασκεί για χρόνια το ινδικό κατάκ που διακρίνεται από μια έντονη οξυδέρκεια και πνευματικότητα. Συχνά συνηθίζει να το μπολιάζει με στοιχεία σύγχρονου χορού. Ο Israel γεννήθηκε μέσα στον κόσμο του φλαμένκο, κατάφερε να το αποσυνθέσει, προσδίδοντάς του μια ιδιόμορφη εσωστρέφεια και σκοτεινότητα. Η εκρηκτικότητα και ευθραυστότητα του Galván που δεσπόζουν και στο ίδιο το φλαμένκο καθρεφτίζονται στο βλέμμα και στο ταχύτατο χτύπημα των ποδιών του. Η ρευστότητα και οξύτητα του κατάκ γίνονται αντιληπτές από τους αιθέριους στροβιλισμούς του Khan, τα μικρά γρήγορα βήματά του, αλλά και από το υγρό, ήρεμο βλέμμα του. Δυο «ιερά τέρατα» του χορού όπως τους αποκαλούν συχνά (με την Sylvie Guillem να μην λείπει από την παρέα), ένας μοναχός (Khan) και ένας μαχαιροβγάλτης (Galván), εξιτάρουν την φαντασία μας φέτος στη Στέγη με τη νέα υβριδική τους παράσταση «Torobaka» (Toro+Vaca) που δημιουργούν από κοινού, ισοσταθμίζοντας τα χορευτικά και χορογραφικά τους ταλέντα.Αυτοί οι δυο πολυμορφικοί και πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους καλλιτέχνες, με κοινό τους γνώρισμα τον έντονο πειραματισμό αλλά και τον σεβασμό στις χορευτικές τους παραδόσεις, ενώνουν τις δυνάμεις τους χτίζοντας μια παράσταση βασισμένη μάλλον στις διαφορές παρά στις ομοιότητές τους. Αυτό είναι και το στοίχημα για τους δυο συνδημιουργούς: To πώς δυο τόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες θα βρουν ένα κοινό «όραμα», έναν κοινό «ρυθμό» και μια κοινή «γλώσσα» χωρίς να αλλοιώσουν τα ξεχωριστά στοιχεία τους, διατηρώντας τον σεβασμό μεταξύ τους και μαθαίνοντας ο ένας από τον άλλον, διαρρηγνύοντας ωστόσο κάθε ισορροπία. Και κάτι τέτοιο αναμφίβολα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα· ίσως πολύ περισσότερο για μια εσωστρεφή προσωπικότητα όπως ο Galván που όπως παραδέχεται έχει μάθει να χορεύει μόνος του. Δεν πρόκειται επίσης γι αυτό που ενδεχομένως ο θεατής περιμένει να δει. Δηλαδή τη συνάντηση δυο εθνοτικών χορευτικών πολιτισμών. Κάτι τέτοιο στην ουσία ποτέ δεν συμβαίνει. Πρόκειται για την συνάντηση δυο διαφορετικών ενεργειών που εύλογα μεταφέρουν τις χορευτικές καταβολές τους, αλλά χωρίς να προσδιορίζονται ολοκληρωτικά από αυτές.
Σε αυτό το χορογραφικό πείραμα ο Israel και ο Akram δεν είναι μόνοι τους. Μιας και ένα άλλο κοινό τους νήμα είναι η μουσική και το τραγούδι, συνοδεύονται από μια δυναμική ομάδα 2 τραγουδιστών (έναν άντρα και μια γυναίκα) και 2 μουσικών-τραγουδιστών που επιδεικνύουν μια έντονη σωματικότητα και πολλές φορές μετατρέπονται και οι ίδιοι σε χορευτές-ηθοποιούς, διαντιδρώντας έντονα με τους δυο πρωταγωνιστές. Σε στιγμές της παράστασης, Galván και Κhan, χρησιμοποιούν τις φωνές τους ενισχύοντας την απόδοση της ατομικής τους performance ή τις ομαδικές δράσεις επί σκηνής. Κρουστά, παλαμάκια και έντονο ενσώματο τραγούδι οικοδομούν το ηχητικό τοπίο. Οι φωνές των ερμηνευτών πολλές φορές είναι άναρθρες ή περιορίζονται σε επιφωνήματα, απλές λέξεις, μέτρημα αριθμών, ψιθύρους ακόμα και ουρλιαχτά (Galván). Το πολύ ενδιαφέρον μουσικό ποτ πουρί που λαμβάνει χώρα επί σκηνής χρησιμοποιεί έντονες λατινογενείς και ινδικές μουσικές αναφορές, πότε εύθυμες και πότε πένθιμες, αλλά κυρίως δημιουργεί μια έντονη θρησκευτική ατμόσφαιρα με τις φωνές των τραγουδιστών να ηχούν σαν ψαλμωδίες· ένα εικονικό τοπίο λιτανείας που βρίσκεται σε έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ Λατινικής Ευρώπης και Ασίας.
Αν θελήσει κανείς να εικονογραφήσει μέσα σε λίγα λεπτά το σύνολο της παράστασης, θα μπορούσε να πει ότι αποτελείται από τις εναλλαγές επιβλητικών σόλο και ντουέτων των δυο χορευτών, καθώς και από μουσικά ιντερμέδια από τους τραγουδιστές και τους μουσικούς που αποτελούν μια συναυλία από μόνοι τους. Ο Galván εμφανώς πιο εγωκεντρικός και επιθετικός επάνω στη σκηνή χορεύει το δικό του άναρχο φλαμένκο που θυμίζει πολλές φορές αυτομαστίγωση. Χτυπάει βίαια τις μπότες του στο έδαφος, μιλά και χορεύει ταυτόχρονα μπροστά σε μικρόφωνο και δεν διστάζει ακόμα και να πέσει στο πάτωμα βγάζοντας δυνατές κραυγές. Καθώς η μουσική μας μεταφέρει στα τοπία της Ινδίας, μοιάζει σαν να προσπαθεί να διαφύγει από την επιθετικότητα και να αναζητά πιο πνευματικούς δρόμους. Ο Khan από την άλλη, ενώ είναι αρχικά πιο ανάλαφρος και ανυψωτικός, σταδιακά μοιάζει να αναπτύσσει μια επιθετικότητα που τη δανείζεται από τον Galván. Η επαφή του με το φλαμένκο, εκτός από τη σχέση που αναπτύσσει με τον Galván, διαμορφώνεται και μέσα από τους σωματικούς διαλόγους που ανοίγει με τους τραγουδιστές-μουσικούς. Στα ντουέτα τους ωστόσο, τα οποία είναι και τα πιο εντυπωσιακά, η εξουσία δεν διαμοιράζεται και δεν διαπραγματεύεται. Αν και οι δυο τους μοιράζονται κάποιες κοινές κινήσεις από τους δυο χορούς, κανείς δεν δέχεται να κάνει πίσω στην δική του τεχνοτροπία. Δεν μπορεί λοιπόν παρά να αναρωτηθεί κανείς κατά τη διάρκεια του έργου. Προσπαθεί κάποιος από τους δυο να ηγεμονεύσει; Πρόκειται για μονομαχία ή για συμπόρευση; Πρόκειται για πόλεμο ή για πνευματική ανταλλαγή και συγκερασμό δύο διαφορετικών κόσμων;
Τα πάντα ξεκινούν από έναν ροζ κύκλο, ο οποίος σταδιακά και αναλόγως με το περιεχόμενο της κάθε σκηνής αλλάζει σχήμα και χρώμα, με την ένταση να κορυφώνεται στο πορτοκαλί χρώμα. Στην πρώτη σκηνή οι δυο χορευτές εμφανίζονται με τα χέρια κρατημένα πίσω από τη μέση και στην συνέχεια φαίνεται να προσπαθούν, παίρνοντας διάφορες γεωμετρικές πόζες, να μιμηθούν ο ένας τον άλλον ή να συγχρονιστούν. Κλείνουν, σε πολλές φάσεις της παράστασης, ο ένας το στόμα του άλλου θέλοντας να υποδηλώσουν το παιχνίδι εξουσίας αλλά και την προδιάθεσή τους να μην προηγηθεί κάποιος από τους δυο. Νομίζει κανείς ότι θα ψάξουν να βρουν την ισορροπία αλλά αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια πλάνη. Πολύ γρήγορα στήνονται ο ένας απέναντι στον άλλον, χορεύοντας κάτι που μοιάζει με κοκορομαχία, η οποία διακόπτεται συχνά από τα ατομικά τους σόλο. Η αγωνία μας αυξάνεται από τα μισά της παράστασης και έπειτα, με τους εκπληκτικούς συνδυασμούς και συγχρονισμούς τους, ανάμεσα σε στροβιλισμούς και σε ένα διαρκές ανταγωνιστικό παιχνίδι μεταξύ των ποδιών του Khan που κουδουνίζουν και τις μπότες του Galván. Κανείς από τους δυο δεν προσπαθεί να τιθασεύσει και να διαπραγματευτεί τίποτε από αυτό που «είναι» αν και προσπαθεί να διεισδύσει σε αυτό που ο «άλλος» είναι και να το κατανοήσει.
Καθώς προχωρούμε προς το τέλος και ο κύκλος έχει μετατραπεί σε μια τεράστια ηλιακή σφαίρα, οι δυο χορευτές εντείνουν την έμφαση στον ρυθμό των ποδιών τους και κλείνουν την αυλαία σε μια στατική στάση αντιπαράθεσης, στα δυο άκρα του κύκλου. Αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικές ποιότητες, δυο ισότιμες ενέργειες και δυο μοναδικότητες εξίσου δυνατές και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αλλοιωθούν, να αλληλοεπικαλυφθούν ή να αφομοιωθούν. Απλώς συνυπάρχουν σε μια αέναη παλαίστρα χρησιμοποιώντας τα όπλα τους με σεβασμό, μαθαίνοντας η μία από την άλλη. Το πιο συγκλονιστικό ίσως κομμάτι βλέποντας τους δυο μεγάλους χορευτές να ανταλλάσσουν ενέργειες επί σκηνής δεν είναι απλώς η άρτια τεχνική κατάρτισή τους, το δύσκολο διακύβευμα του συγχρονισμού τους ή το μεγαλείο της εννοιολογικής σύλληψης (άλλωστε είναι αρκετά υποκειμενικό στο πως θα περίμενε κανείς ότι θα χτιζόταν). Είναι ότι από την αρχή μέχρι το τέλος οι δυο χορευτές καταφέρνουν να ενεργοποιήσουν τις αισθήσεις των θεατών πέρα από το όριο και κάθε εκλογίκευση. Για αυτό και φεύγοντας δεν μπορείς να περιγράψεις ακριβώς με λόγια αυτό που ένιωσες, δεν μπορείς να πεις ότι αυτό που είδες ήταν μάχη η σύμπλευση, αλλά φεύγεις με μια έντονη αίσθηση που εμπεριέχει ταυτόχρονα και πολεμοχαρή και ειρηνικά συναισθήματα. Αυτή η αμφιθυμία γεμάτη ένταση που σε συνεπαίρνει και φωλιάζει στις αισθήσεις μετά την παράσταση, είναι αποτέλεσμα αυτού του πειράματος του Akram και του Israel, της σύνθεσης δυο φλογερών χορευτών χωρίς κανόνες κοινής λογικής.
Το «Torobaka» των Akram Khan και Israel Galván παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στις 10-11 & 13-15 Μαρτίου 2015.
Ναταλία Κουτσούγερα (Dancetheater.gr)