Israel Galván – “The Real”
Η αντισυμβατικότητα και η αποσταθεροποιητική γλώσσα στο flamenco του Israel Galván δεν είναι άγνωστη στο ελληνικό κοινό. Ήδη από την παράστασή του, Arena (2008), στο Φεστιβάλ Αθηνών, μας είχε συναρπάσει με τις αφαιρετικές-γεωμετρικές φόρμες του και τις εναλλαγές συμβολικών – γρήγορων ή στατικών – κινήσεων που διαπνέονται από μια αμφισημία. Αυτό που γνωρίζουμε μέχρι στιγμής και από άλλα φημισμένα έργα του, όπως το La Curva και το Metamorfosis – όπου τα όρια ανάμεσα στο flamenco και στο σύγχρονο χορό είναι δυσδιάκριτα – είναι ότι το «πολιτικό», χορευτικό σώμα του Galván μπορεί να πάρει τη μορφή ενός διαδραστικού έργου τέχνης και ενός συμβολικού τόπου∙ να μετατραπεί σε ένα εργαλείο που ακολουθεί πιστά, αλλά και αποδομεί, το ρυθμό και το τραγούδι∙ να γίνει ένας τόπος αφήγησης μιας ιστορίας και μιας σειράς εναλλασσόμενων και αντιμαχόμενων συναισθημάτων.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ο «αλχημιστής» ισπανός χορευτής και χορογράφος επιχειρεί να αναμετρηθεί με το αδιανόητο. Και πρόκειται για μια γενναία υπαρξιακή και φιλοσοφική αναμέτρηση. Με το έργο του The Real (Lo Real) καταπιάνεται με το αντικείμενο της εξολόθρευσης των τσιγγάνων από τους Ναζί στις δεκαετίες του 30 και 40 και επιδιώκει να μας κάνει να διερωτηθούμε: Είναι τελικά δυνατό ή αδύνατο να αποτυπώσει κανείς μέσα από το avant garde flamenco τις πολλαπλές όψεις και αλήθειες της (ιστορικο-πολιτικής) πραγματικότητας, καθώς και την πολυεπίπεδη και πολύπλευρη βιωματική εμπειρία που την συνοδεύει; Πώς μπορεί να φωταγωγηθεί και να αποκρυπτογραφηθεί από πολλές μεριές η τραυματική σχέση μεταξύ φασισμού και ανθρωπότητας και σε τι μπορεί να αφορά; Τί μπορεί να μας αποκαλύψει για την ανθρωπινότητα, την εξουσία επί της ζωής, τη θανατοπολιτική και τη ζωή κοντά στο θάνατο; Και τί κρύβεται πίσω από το αξεδιάλυτο σύμπλεγμα αποστροφής, βίας και έρωτα; H γοητεία για τον θάνατο; O απελπισμένος αγώνας για επιβίωση και για, όσο το δυνατόν, εντονότερη ζωή;
Ο Galván ξεκινά το πολυτάραχο ταξίδι του με έναν αμφίθυμο συμβολισμό∙ τον πιο γνωστό χιτλερικό χαιρετισμό. Με το χέρι υψωμένο προς τα επάνω, σιγά
σιγά και με ελαφρότητα, μετατρέπει τη ναζιστική χειρονομία σε μια ρευστή κίνηση flamenco, ενώ στη συνέχεια μας δίνει το πρώτο του κινησιολογικό στίγμα που διαχέεται σε όλη την διάρκεια της παράστασης. Επιδίδεται σε ένα συνεχόμενο αυτό-τραυματιστικόflamenco (σαν μια διάθλαση του μαζικού τραυματισμού της φυλής του), ενσωματώνοντας το περήφανο «τσιγγάνικο» σώμα, το οποίο αναμετριέται με το θάνατο και την (αυτο)καταστροφή, παλεύοντας διαρκώς για επιβίωση. Οι τιράντες του Galván ανεβοκατεβαίνουν συνεχώς ρυθμικά και σπασμωδικά∙ με τις παλάμες του χτυπά το στέρνο και το κεφάλι του∙ τα τακούνια του χτυπούν αντικείμενα και υλικά, ενώ τα πόδια του σπρώχνουν με βία ένα παλιό, αποσυντεθειμένο πιάνο. Αυτό που ο Galván πραγματοποιεί εκ των πραγμάτων, χρησιμοποιώντας ως μετωνυμία το «ξεχαρβαλωμένο» μουσικό όργανο, είναι ένα αναποδογύρισμα του flamenco προς τον εαυτό του, μια μετατόπιση από την εξωστρέφεια στην εσωστρέφεια και στον ατομικό σωματικό εαυτό.
Από τις πρώτες σκηνές μας δίνει και ένα δεύτερο στίγμα, μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης συνθήκης. Τη συμπλοκή και συνένωση της ωμότητας, της βίας και του έρωτα σε ένα ενιαίο σώμα, που πολύ όμορφα μεταφέρεται μέσα από ένα ισπανικό κιθαριστικό ιντερμέδιο, διακόπτοντας την προηγούμενη ένταση, ενώ κατά τη διάρκεια της παράστασης η τρυφερότητα περιπλέκεται με τη σκληρότητα, η καλοσύνη με το φασισμό, η εξωτερική βία με την εσωτερική αυτο-βία, αντίπαλα και αμφίθυμα συναισθήματα, που εκφράζονται εκτός από το χορό και μέσα στο ίδιο το τραγούδι. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του τραγουδιού: «Έψαξα για καλοσύνη και βρήκα τον Χίτλερ στην καρδιά μου», «μη με τιμωρείς θέλω την αγάπη σου μόνο», «σκότωσέ με να τελειώνω» κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο η σχέση φασισμού και ανθρωπότητας αναδύεται ως μια βαθιά σχέση έλξης και απώθησης, που σε μια ποιητική γλώσσα, αποκτά μια λογική αιτιότητα μέσα από την παροξυντική συνδιαλλαγή βιαιότητας, θανάτου και έρωτα. Ενέχει, υπό μια έννοια, βαθιά στον πυρήνα της, μιαν άκρατη και ανικανοποίητη σαδομαζοχιστική τάση που προκύπτει από τη ζηλοφθονία του αναπόκτητου επιθυμητού αντικειμένου και προβάλλει ως υστερική εκπλήρωση του απωθημένου, μέσα από την εξολόθρευση και την καταστροφή του σώματος-προσώπου που προκαλεί την γοητεία και μερικές φορές, φθάνει μέχρι και την εξολόθρευση του ίδιου του εαυτού.
Ο Galván δεν ηθικολογεί, υπερβαίνει την οδύνη και τον πόνο, χωρίς ωστόσο να τα ξεπερνά ποτέ, για να μπορέσει να χορέψει το αληθινό. Γιατί το «αληθινό» περιλαμβάνει τόσο την ποιητική και το πλασματικό όσο και την τραυματική, βιωματική και ηθικο-πολιτική διάσταση. Προκειμένου να το καταφέρει αυτό, το σώμα του, γίνεται ένας πομπός, ο οποίος έρχεται σε επικοινωνία, εκτός από τα άλλα πρόσωπα της παράστασης, με διάφορα υλικά που κάνουν την εμφάνισή τους προκαλώντας θόρυβο στην επαφή μαζί του: καστανιέτες, μεταλλικά αντικείμενα, πλαστικοποιημένες επιφάνειες, μουσικά όργανα και χορδές πιάνου που προσομοιάζουν με συρματοπλέγματα. Η παρουσία του στρατοπέδου συγκέντρωσης υπάρχει ως φαντασματική αντανάκλαση σε κάθε του βήμα. Με την κίνησή του μοιάζει να αποποιείται την έμφυλη υπόστασή του, να εξυμνεί την γυμνότητά και ουδετερότητά του, και σε στιγμές να αποστερείται το ανθρώπινο, δίνοντας την πρωτοκαθεδρία σε ένα περήφανο, όντας πληγωμένο, αγωνιστικό σώμα. Δημιουργεί ένα δικό του χώρο, στο ενδιάμεσο ζωντανών και νεκρών, σαν μια τραυματική αφήγηση από ένα φάντασμα ενός νεκρού τσιγγάνου. Η ερμηνευτική του ωστόσο επαφίεται σε μια ενικότητα (κάτι που φαίνεται και από τις απομονωμένες σκηνές ατομικού χορού) και δίνεται από την πλευρά του υποκειμένου υπό εξολόθρευση. Το διχασμένο ναζιστικό υποκείμενο είτε συνενώνεται με το θύμα, είτε ως θύτης, πλανάται σαν αύρα, εντειχισμένο μέσα σε υπερρεαλιστικούς συμβολισμούς.
Συνολικά, το σώμα του Galván, γίνεται ένας καμβάς που έρχεται να εκφράσει ενεργητικές έννοιες όπως: το ερωτικό πάθος, η περηφάνια, η επιβολή και η αντίσταση σε μια στενή αλληλένδετη σχέση με τα «αρνητικά» συναισθήματα της βίας, της οδύνης, της πάλης για επιβίωση, του κατατρεγμού, της γυμνής ζωής και του θανάτου. Ο θάνατος κλείνει και το πρώτο μέρος του solo του στη σιωπή, υπό την απαγγελία σπαραχτικών στίχων. «Είδα μπροστά μου το θάνατο» τραγουδά ο ερμηνευτής του flamenco και η ατμόσφαιρα παγώνει.
Οι bailaores, Isabel Bayón και Belén Maya ακολουθούν, πανομοιότυπα με τον Galván, αισθητικά, εννοιολογικά και κινησιολογικά μοτίβα. Υβριδοποιούν το flamenco με στοιχεία σύγχρονου χορού, εναλλάσσουν στατικές στάσεις, γρήγορες κινήσεις και γεωμετρικές κατευθύνσεις στο χώρο και ανταλλάσουν την
ενέργειά τους με τα υλικά (μεταλλικοί στύλοι, χορδές πιάνου, παπούτσια). Η Belén Maya εκτελεί μια θεαματική χορευτική ερμηνεία – που συμπεριλαμβάνει κινήσεις από τσιφτετέλι – στο «πειραγμένο» ρεμπέτικο τραγούδι «Γυφτοπούλα στο Χαμάμ», όπου ο ρεμπέτικος ρυθμός μπερδεύεται με το ρυθμό του flamenco και μεταλλάσσεται σε έναν ήχο που θυμίζει κονσέρτο ηλεκτρονικής μουσικής. Συνταρακτική είναι και η performance επάνω στις τεντωμένες χορδές του πιάνου. Ο Galván δεν μας αφήνει να μελαγχολήσουμε για πολύ, γι αυτό και παρεμβάλλει κατά διαστήματα εύθυμα διαλείμματα με λαϊκούς τραγουδιστάδες που «διασκεδάζουν» και περιπαίζουν το θάνατο και σουρεαλιστικές performances, όπως της Isabel Bayón που επιδίδεται σε μια σκοτεινή μεταμφίεση σε Αδόλφο Χίτλερ (ή σε κάποιο κωμικό υβρίδιό του) και εμφανίζεται στην κατακόκκινη σκηνή σαν μια εναλλακτική, εξωτική κάρμεν.
Την κορύφωση της παράστασης ο Galván την αφήνει για το τέλος. Εκεί αποφασίζει πια να αποποιηθεί οποιαδήποτε ποιητική αναστοχαστικότητα και να μείνει γυμνός μπροστά στο τραύμα της εξολόθρευσης, μπροστά στο θάνατο κάθε ποιητικής. Χρησιμοποιώντας τις τετράγωνες μεταλλικές πλάκες της αρχής και ενόσω ισορροπεί στους μεταλλικούς στύλους με την Belén Maya, διαμορφώνει ένα «πραγματικό» στρατόπεδο συγκέντρωσης για να μας επιστρέψει στο, σαρκικά και οπτικά, υλικό και βιωματικό. Πίσω από αυτόν το σκοτεινό βιοπολιτικό χώρο, κλείνει την αυλαία λοιπόν, για μια ολοζώντανη, λαμπερή, τσιγγάνικη κουλτούρα και μαζί με αυτήν, για την «κατά το δυνατόν εντονότερη ζωή» (Derrida 2006: 61)*. Και έτσι ο Galván μας αποδεικνύει περίτρανα ότι η πραγματικότητα όταν χορευτεί, θα αποδιαρθρωθεί, θα διασταλεί, θα συσταλεί, αλλά και θα μιλήσει, τόσο για τη γνώριμη αναπαράσταση όσο και για την καταστροφή της.
Ναταλία Κουτσούγερα (Dancetheater.gr)
Το «The Real» παρουσιάστηκε στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών (Ίδρυμα Ωνάση) από τις 23 έως και τις 27 Απριλίου 2014.
*Derrida Jacques. 2006. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει. Συνέντευξη με τον Jean Birnbaum. Αθήνα: Άγρα.