1ο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
Το 1ο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων στην μικρή σκηνή της Στέγης, μας γέμισε τις πρώτες ημέρες του Φλεβάρη, με ένα φωτεινό συναίσθημα αισιοδοξίας για το μέλλον των ελλήνων χορογράφων και των ξένων συνεργατών τους, κατανικώντας κάθε φόβο και αμφιβολία για την αστείρευτη δημιουργικότητά τους. Χωρίς υπερβολές και χωρίς να υποστηρίζω ότι δεν επιδέχονται βελτίωση, οι παραστάσεις που παρακολούθησα – με εξαίρεση της Ελπίδας Ορφανίδου και του Juan Perno όπου δεν παρευρέθηκα – συντονίστηκαν απόλυτα με την σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα σε ζητήματα ηθικής, βίας και αποδόμησης έμφυλων σωμάτων, αλλά και με την εγχώρια «κρίση», σε συνθήκες κατακερματισμού, αποστέρησης και περιθωριακότητας, οι οποίες συνιστούν πρωτόγνωρες εικόνες και ενεργοποιούν καινούργιες αισθήσεις στην ελληνική καθημερινότητα.
Θα ξεκινήσω την περιήγηση μου από τον Φαύλο Κύκλο (Vicious Cycle) του Paul Blackman και της Χριστίνας Γουζέλη∙ έναν κύκλο που μοιάζει υπό μια έννοια και με κυνήγι μαγισσών, δίνοντας έντονη την αίσθηση ενός ηθικού κινδύνου που διαπνέει την ροή των γεγονότων. Το εικαστικό περιβάλλον της παράστασης ήταν διαμορφωμένο από κλαδιά δέντρων και από επιβλητικά ξύλα, πανομοιότυπα κεράτων ταράνδου, τα οποία οι χορεύτριες χρησιμοποιούσαν ως προέκταση των χεριών τους σε μια αρχαία τελετουργία. Στα διάφορα τμήματα της χορογραφίας ξετυλίγονται οι ατέλειες και οι ρευστότητες στις ηθικές αξίες και οι ρωγμές στις εξουσιαστικές σχέσεις, μέσα από σκοτεινές ιεροτελεστίες και θεατρικά δρώμενα. Τα δρώμενα αυτά δεν παραπέμπουν σε μια συνεκτική ατομική ιστορία, παρόλο που η παράσταση ξεκινά με την σκιά ενός άγνωστου πρωταγωνιστή στο δάσος (δίνοντάς μας την εντύπωση ότι αυτό που θα εκτυλιχθεί θα μπορούσε να είναι και μια ανάμνηση). Η ανοιχτότητα αυτή προσέθεσε μια επιπλέον ελευθερία ως προς τις ερμηνείες του κοινού αλλά και μια αδυναμία έγκαιρης νοηματικής σύνδεσης των διαφορετικών τμημάτων. Η παρουσία του αλχημιστή-μάγου στην έναρξη της παράστασης ενδεχομένως να μην ήταν και απαραίτητη.
Εκτός από το «συμβολικό» δάσος που προβάλλεται σαν τόπος ενδοσκόπησης και επιστροφής στο θείο, οι κύριες θεατρικές σκηνές εκτυλίσσονται γύρω από ένα μικρό σπίτι και θυμίζουν έντονα τα αφηγηματικά μοτίβα και τις ηθικολογικές αναζητήσεις του Lars Von Trier, δίνοντάς μας μια γεύση από Dogville. Η φωνή δίνεται μόνο στον Paul Blackman, ο οποίος ακούγεται αρχικά αστείος και στη συνέχεια απαιτητικός, μπαίνοντας σιγά σιγά στο ρόλο του εξουσιαστή που καταδυναστεύει το ερωτικό υποχείριό του, ενώ δίνεται περισσότερη έμφαση στον επιθετικό τόνο της φωνής του παρά στο νόημα τον λέξεων που εκφέρει. Το σχήμα Jukstapoz, που δημιούργησαν μαζί οι δυο καλλιτέχνες, βρίσκεται πολύ κοντά σε μια κινηματογραφική προσέγγιση του χορού, δίνοντας έμφαση στην αντιπαραβολή εικόνων. Έτσι στην προκειμένη, οι μη λεκτικές, χορευτικές κλιμακώσεις της έντασης αντιπαραβάλλονται στα λεκτικά θεατρικά διαλλείματα, οι επιθετικές στιγμές ψυχολογικής βίας και αιχμηρότητας αντιπαραβάλλονται στις στιγμές γέλιου, εναρμονισμού και ροής, ενώ η προφάνεια αντιπαραβάλλεται στον αποκρυφισμό.
Ως κέντρα της πραγμάτευσης στην χορογραφία παραμένουν διαρκώς, η σκληρότητα του ερωτικού δράματος και η φαυλότητα, τόσο ως ανηθικότητα, όσο και ως φαύλος κύκλος, ως αλυσίδα που αναπαράγει καινούργια προβλήματα που δεν μπορούν να λύσουν το αρχικό πρόβλημα. Η χορογραφία ενισχύθηκε δημιουργικά με τους φωτισμούς να απομονώνουν την κίνηση των ζευγαριών και τις άλλες ομαδώσεις των ερμηνευτών και την μυστηριακή, εναλλασσόμενη με την country, μουσική επένδυση να μεταβάλλει διαρκώς την ατμόσφαιρα. Σημαντική για την ανάδειξη της χορογραφίας ήταν και η πετυχημένη χημεία των χορευτών, όπως και η ανάλαφρη κίνησή τους και οι αρμονικές μετατοπίσεις, οι διαδοχές και οι εναλλαγές τους. Επειδή η σύλληψη ήταν ωστόσο ιδιαίτερα πληθωρική και πολυεπίπεδη, έφτασα να αναρωτιέμαι, πώς θα ήταν αν είχε αποδοθεί με περισσότερη λιτότητα. Η παράσταση έκλεισε με την μεταφορά της εξουσίας από τον έναν στον άλλον και με το σχηματισμό του αέναου κύκλου από τους χορευτές.
Το Deux ∙ Lτης Λενιώς Κακλέα επάνω στην φουτουριστική χορογραφία της Lucinda Childsέκλεψε την παράσταση, με την μαγευτική αφαιρετικότητά της. Στους ήχους της «διαστημικής» ηλεκτρονικής μουσικής των Ryoji Ikeda – Headphonics και με τους εκπληκτικούς ροζ και μπλε φωτισμούς του Philippe Gladieux, μέσα από κόκκινα, γυναικεία χείλη που τρεμοπαίζουν επάνω σε λευκές, διάφανες, πλαστικές κουρτίνες, ξεπροβάλλει αργά η φιγούρα της Λενιώς Κακλέα, καλλιεργώντας σταδιακά μια σχεδόν γεωμετρική και εν μέρει ρομποτική, ηλεκτρική κίνηση, παρουσιάζοντας μια εναλλακτική εικόνα της θηλυκότητας∙ ένα υπερβατικό τεχνο-σώμα με τους συνειρμούς της Donna Haraway, ως μια μορφή μετα-έμφυλης σωματοποίησης, η οποία διακρίνεται από μια αδιαπέραστη τεχνο-πνευματικότητα. Η πνευματικότητα αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα του εκρηκτικού συνδυασμού της Κακλέα με την Childs, δηλαδή μέσα από τον συνδυασμό της καθαρότητας, αυστηρότητας και ακρίβειας της διάσημης χορογράφου και του ανατολίτικου έθους της Κακλέα, αποτελούμενο από αέρινα περάσματα που σπάνε την ειρωνική-υβριδική αλληγορία του cyborg (ανθρώπου-μηχανής).
Η Λενιώ Κακλέα μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς συντονισμένη με μια απροσδιόριστη ενέργεια και χρησιμοποιεί το σελοφάν σαν ένα αιθέριο υλικό μέσα στο οποίο χάνεται, ξεκουράζεται ή μεταμορφώνεται. Εκτός από την πρωτότυπη συνολική κινησιολογία, μας εντυπωσίασαν οι χορευτικές στάσεις που θύμιζαν γοργόνα, ταξιδεύοντάς μας απρόσμενα στην ατμόσφαιρα ενός αρχαίου μύθου. Οι ατμόσφαιρες που δημιουργούνται στιγμιαία από τις κινήσεις της ερμηνεύτριας έρχονται πολλές φορές σε αντίθεση με το συνολικότερο πνεύμα της χορογραφίας. Η αντίθεση είναι όμως και η κεντρική ζωτική ενέργεια που πυροδοτεί την performance. Η γήινη θηλυκή εικόνα με την μετωνυμία της, τα γυναικεία χείλη, αντιδιαστέλλεται με την «εμβιοτεχνολογική» εικόνα της χορεύτριας. Το ζεστό, θηλυκό, ροζ αντιπαραβάλλεται στο παγερό και πνευματικό μπλε. Εν κατακλείδι, η Κακλέα με την μινιμαλιστική χορογραφία της δεν ανακαλύπτει απλώς μια άλλη πλευρά του γυναικείου σώματος, αλλά μια διαφορετική έμφυλη οντολογία που απέχει κατά πολύ από μια γήινη ετεροκανονική θηλυκότητα και αναφέρεται σε μια πνευματική-υπερβατική υπόσταση του έμφυλου εαυτού που διακρίνεται από μοναχικότητα. Η μετατόπιση αυτή εκφράζεται με αλληγορικό τρόπο μέσα στην χορογραφία, μέσα από την μεταμόρφωση της ύλης σε ενέργεια.
Τέλος, η Παναγιώτα Καλλιμάνη με την πρώτη, προσωπική της χορογραφία, Contreplongées, μια χορογραφία γεμάτη από συμβολισμούς, μας άγγιξε βαθιά, φέρνοντας στο προσκήνιο την διαρκή κατάσταση της επισφάλειας και της ημι-ορατότητας, μέσα από την προσέγγιση της υποκειμενικότητας του αστέγου. Η αναζήτηση της Καλλιμάνη ξεκινά από μια διερώτηση για το πώς μπορεί να φαντάζεται την ελπίδα και την ευτυχία ένας άστεγος. Εντούτοις η χορογραφία δεν απαντά άμεσα σε αυτό το ερώτημα (γιατί ενδεχομένως η ελπίδα και η ευτυχία υποσκελίζονται από την ανάγκη επιβίωσης και το τραύμα) αλλά εστιάζει μάλλον στην σωματική εξερεύνηση της γλώσσας του τραύματος, μιλώντας όχι απλώς για την αποτραβηγμένη, εκτοπισμένη και νομαδική ζωή του αστέγου, αλλά για την «γυμνή ζωή» του Agamben, μια ζωή στο περιθώριο και στην εξαίρεση, στην οποία βρισκόμαστε όλοι ανά πάσα στιγμή εκτεθειμένοι αναλόγως με τις διαθέσεις της βιοεξουσίας. Η κατηγορία των αστέγων επομένως, αποτελεί την αφορμή για να μιλήσει για πολλά άλλα πράγματα που αφορούν κοινότοπα και πηγαία ένστικτα.
Ξεκινώντας το πρώτο μέρος της αφαιρετικά, στο σκοτάδι και σε απέκδυση, παρουσιάζει γυμνά πόδια, απομονωμένα από το υπόλοιπο μέρος του σώματος, που επιδίδονται σε τρυφερά αγγίγματα και αγκαλιάσματα, αλλά και σε σπασμωδικά τραντάγματα, κάτω από μαύρα σεντόνια. Η Καλλιμάνη εδώ φαίνεται να χρησιμοποιεί στοιχεία από ιαπωνικό χοροθέατρο. Στο δεύτερο μέρος, που λαμβάνει χώρα στο φως, οι τρεις χορευτές αλλάζουν ρούχα και παρατηρούν τη ζωή να τους/τις προσπερνά, ενώ στην συνέχεια αναπτύσσουν μια συγκινητική διακεκομμένη κίνηση, εκφράζοντας το βάθος του τραύματος, την αποκοπή από την «πολιτισμένη» ζωή, την θραυσματική ταυτότητα, την απώλεια και την ασυνέχεια. Το ξύλο που κουβαλούν οι δυο ερμηνευτές επί σκηνής συμβολίζει το βάρος της ζωής του δρόμου, την απώλεια και εξαφάνιση του χρόνου και το ανεπαίσθητο της διαδρομής. Η παράσταση κλείνει με τους τρεις χορευτές να ψάχνουν να βρουν κάτι στο έδαφος, αλλά με ηρεμία και χωρίς απόγνωση. Έτσι, παρά το μελαγχολικό θέμα, η παράσταση τυλίχτηκε με μια εντυπωσιακή φωτεινότητα (η οποία την χαρακτήριζε εξαρχής) και η Καλλιμάνη κατάφερε να μας προσφέρει μια εν τω βάθει οπτική από τα σπλάχνα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Οι παραστάσεις αυτές απέδειξαν ότι οι έλληνες, νέοι χορογράφοι, διαθέτουν ένα πλούσιο και παραγωγικό υλικό, μια σπάνια ερμηνευτική και μια δυνατή διασύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα και τις λεπτές αποχρώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Αναμένουμε λοιπόν με ενθουσιασμό την διοργάνωση του 2ου Φεστιβάλ νέων χορογράφων από τη Στέγη.
Ναταλία Κουτσούγερα
Το 1ο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών-Ίδρυμα Ωνάση πραγματοποιήθηκε από 1 έως 7 Φεβρουαρίου 2014.