PARTITA 2
VORTEXTEMPORUM
Πώς αποτυπώνονται χορογραφικά οι πολλαπλές εκφάνσεις του χρόνου και πώς, αλήθεια, η μουσική και ο χορός ανταλλάσσουν συναισθήσεις; Τι υπάρχει πίσω από αυτό που φαίνεται να συνιστά μια συμπαγή ατμόσφαιρα και τι αποκαλύπτεται μέσα από την επανάληψη; Τι είναι αυτό το άλλο που μπορεί να επιτελεσθεί εκτός από την ψυχοδυναμική παρουσία του χορευτή/τριας; Και πως αποδίδεται μέσω του χορού και της μουσικής η μετατροπή της ενεργητικής ατομικότητας σε έναν ζωντανό συλλογικό οργανισμό που συντίθεται από αλληλοεπηρεαζόμενα υποκείμενα και αναπνέει βαθιά μέσα στη σιωπηρή ακινησία;
Η AnneTeresaDeKeersmaeker με την πασίγνωστη ομάδα της Rosas κατέφθασε για ακόμη μια φορά στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών για να μας συναρπάσει με την ιδιοφυή, αφαιρετική χορογραφική της ματιά, που αντικατοπτρίζει μια πολύ προσωπική αντίληψη για την διαλεκτική χορού και μουσικής, την επανάληψη, τον χωροχρόνο και την μουσικο-κινησιολογική σημειογραφία του. Μέσα από δυο διαφορετικές, αλλά ταυτόχρονα συγκοινωνούσες – ως προς την χρήση της κίνησης, του χορού και της μουσικής – παραστάσεις, διαμορφώνει δυο ιδιότυπα αφηρημένα χορογραφικά οικοδομήματα, αποτελούμενα από γεωμετρικούς σχηματισμούς, σπειροειδείς στροβιλισμούς, κυκλικά κυνηγητά και κινητικές φόρμες που αποπνέουν παιδικότητα και παραλογισμό, όπου το σώμα χάνει τα αμιγή ψυχο-κοινωνικά του χαρακτηριστικά και μετατρέπεται σε διαδρομή, αναπαράσταση, ποιότητα και ενέργεια.
Στην πρώτη παράσταση που είδαμε, το Partita 2, όπου χορεύει η ίδια με τον BorisCharmatz, η παράσταση ξεκινά στους μελαγχολικούς-πένθιμους ήχους ενός ατομικού μουσικού κονσέρτου της βιολονίστα, AmadineBeyer επάνω στην παρτιτούρα 2 του Bach. Η μουσική ακούγεται στο απόλυτο σκοτάδι και πλημμυρίζει το κοινό με ένα αίσθημα αμηχανίας και κλειστοφοβίας το οποίο σταδιακά μετατρέπεται σε ένα αίσθημα οικειότητας, κάνοντας ορατή τη μουσική στο σκοτάδι. Πολύ γρήγορα οι δυο περφόρμερ εισέρχονται στην σκηνή και αναπτύσσουν την χορευτική τους δράση μέσα στη σιωπή, δράση που έχει χορογραφηθεί ωστόσο επάνω στην παρτιτούρα του Bach. Οι Charmatz και De Keersmaeker, ξεδιπλώνουν μια σχέση που ενώ αρχικά φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μελαγχολία και οδύνη (λυγμοί, αναστεναγμοί και τραγουδιστικοί μονόλογοι απελπισίας, κινήσεις του Charmatz που παραπέμπουν σε οδύνη) στην πορεία τα χαρωπά χοροπηδητά των δυο χορευτών σπάνε το μελαγχολικό κλίμα και παραπέμπουν στην αναζήτηση της επιφάνειας έναντι του βάρους και του βάθους. Σε αυτό το πλαίσιο, αν και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί η μουσική θα αντιστοιχούσε ενδεχομένως, κανονιστικά, σε κάτι εσωτερικό, τραγικό, αρνητικό ή κλειστό, η διαπλοκή της κίνησης με τη μουσική απομακρύνεται νοηματικά από την κανονικότητα, κάνοντας την ατμόσφαιρα ανάλαφρη ενώ οι κινήσεις οδύνης χάνουν την «βαρύτητά» τους. Όταν στο παιχνίδι μπαίνει και η μουσικός, η διαντίδραση μεταξύ των τριών απογειώνει την χορογραφία. Μοιάζει σαν η μουσικός να ενσωματώνει την κίνηση των χορευτών ενώ οι χορευτές να αντιδρούν στον ήχο και στην εκφραστική κίνηση της Beyer η οποία με την σειρά της επενεργεί σε αυτό που συμβαίνει.
Εννοιολογικά η χορογραφία αυτή απηχεί τη σχέση δυο συνοδοιπόρων, και όχι απαραίτητα εραστών, που δρουν σε διαφορετικά σύμπαντα ή κατευθύνσεις αλλά παραδόξως, ταυτόχρονα, αποτελούν ένα συναισθαντικό ζεύγος, όπου ο ένας ιχνηλατεί τον άλλον σε ένα περιρρέον πένθιμο κλίμα, το οποίο δεν αγγίζει τελικά ποτέ τον σκοτεινό λαβύρινθο του τραγικού. Ωστόσο, οι συνεχείς επαναλήψεις κούρασαν το κοινό, αν και πέτυχαν τον στόχο της De Keersmaeker, να φτιαχτεί δηλαδή ένα πεδίο στο βλέμμα του θεατή για το πώς μπορεί να ακουστεί ο χορός και να γίνει ορατή η μουσική. Το τέλος της παράστασης ήταν τρυφερό με τους ερμηνευτές να φεύγουν πιασμένοι από το χέρι και στο χειροκρότημα των θεατών να επιστρέφουν για να σχηματοποιήσουν μέσα από τις κινήσεις τους ένα ζεστό αντίο.
Νομίζω, εντούτοις, ότι η παράσταση που ανέδειξε το χορογραφικό ταλέντο της De Keersmaeker και ενθουσίασε το κοινό της Στέγης, ήταν το VortexTemporumπου κινήθηκε σε διαφορετικούς τόνους από το Partita 2, αφήνοντας πίσω την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, επιχειρώντας να μιλήσει για τις διαφορετικές ποιότητες του χρόνου, τις κλιμακώσεις του, τις αμβλύνσεις του, τα περάσματα του, τις αναμονές και τις αυξομειώσεις που τον χαρακτηρίζουν. Ο χρόνος και η αποτύπωσή του μέσα από το ανθρώπινο σώμα και τη μουσική δεν ήταν ωστόσο το μοναδικό διακύβευμα της παράστασης, αλλά η ίδια η αποδόμηση και ρευστοποίηση της κίνησης και του ρυθμού, κάτι που ενυπάρχει ήδη στη φασματική μουσική του GérardGrisey και μέσα στο ίδιο το Vortex, όπου περιγράφεται η ηχητική λειτουργία του χρόνου.
Με κέντρο το χρόνο, μαζί με άλλες εξακτινώσεις, η υπέροχη ομάδα των Rosas που υπερτερεί αυτή τη φορά σε άντρες χορευτές, στήνει και ξε-στήνει μια χιτσκοκική-noir ατμόσφαιρα υπαρξιακής κενότητας και μυστηρίου που θυμίζει κάτι από ιεροτελεστία αίρεσης. Τον πρώτο λόγο στην έναρξη τον έχει πάλι η μουσική, στο φως αυτή τη φορά, με ένα παραληρηματικό και αποδιαρθρωμένο κονσέρτο πιάνου, πνευστών (φλάουτο-κλαρινέτο) και εγχόρδων (βιολί-βιόλα και τσέλο) του διάσημου μουσικού συνόλου Ictus. Το εκπληκτικό αυτό κονσέρτο στη σύγχρονη μουσική του Grisey διακρίνεται από έντονες εναλλαγές ήχων που πότε τρομάζουν και πότε προκαλούν αμηχανία ενώ το κοινό αποσβολωμένο παρακολουθεί τους μουσικούς να ενεργοποιούν, και σωματικά, τους αποδιαρθρωμένους ήχους.
Στο αμέσως επόμενο πλάνο, οι επτά μαυροντυμένοι χορευτές εισέρχονται στην σκηνή διακρινόμενοι από μια σκοτεινή διστακτικότητα που δεν μπορεί να μας αφήσει ουδεμία υποψία για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει. Καθώς αποχωρούν μένει μόνο ένας άντρας χορευτής και ο πιανίστας. Ο χορευτής αναπάντεχα ξετυλίγει ένα απροσδιόριστο και «πρωτόγονο» σόλο στη μουσική του πιάνου, καταλήγοντας να εκτοπίσει τον πιανίστα και να πάρει τη θέση του στο πιάνο. Αμέσως μετά οι υπόλοιποι χορευτές απλώνονται στην σκηνή και ενσωματώνουν κάθε ήχο, είτε με έντονη κίνηση, είτε με στατική, εναλλάσσοντας την δυναμική τους μέσα στο χώρο. Χρησιμοποιούν σπειροειδείς και γεωμετρικές φόρμες, κινήσεις, όπως στο Partita 2, που προσομοιάζουν με βήματα εκκίνησης σε αγώνα αθλητών στίβου, καθώς και έντονες αλλαγές κατευθύνσεων (που εκκινούν από τα χέρια και τα πόδια), χαρακτηριστική φόρμουλα του ευρύτερου έργου της De Keersmaeker. Και ενώ σε μια πρώτη όψη δίνουν την αίσθηση ότι χορεύουν σε ατομικές κατευθύνσεις, διαμορφώνουν παράλληλα μια ροπή σε μια μεταφυσική και γεωμετρική λογική, ενώ η κίνηση τους γίνεται μεταδοτική, σαν μια σκυτάλη που δίνεται από τον έναν στον άλλον. Αυτό που επικρατεί είναι μια απέκδυση από τον ανθρώπινο ψυχισμό δίνοντας τον πρώτο λόγο στον παλμό και στην ενέργεια. Η δράση είναι πάντα εμφατική σε μια πλευρά της σκηνής και σχεδόν αδρανής σε μια άλλη. Ένταση και άπνοια, άσκοπη δράση και στατικότητα αντιπαραβάλλονται διαρκώς.
Προς το τέλος της παράστασης ο ίδιος χορευτής στο σόλο του πιάνου, γίνεται ο ενορχηστρωτής των άλλων, μουσικών και χορευτών, και καθώς μετρά αντίστροφα οι χορευτές αυτό-τοποθετούνται δίπλα στους μουσικούς, και όλοι μαζί, ανθρώπινα σώματα και μουσικά όργανα, μετατοπίζονται κυκλικά επάνω στη σκηνή. Το σημείο κορύφωσης της παράστασης έρχεται μέσα από τον συνδυασμό του βιολιού και της βιόλας και την αργή κίνηση των χορευτών. H σύνθεση του ήχου από τη βιόλα και το βιολί θυμίζει εντυπωσιακά ανθρώπινη αναπνοή και οι χορευτές προσαρμοσμένοι στο ρυθμό της, συγκροτούν έναν έμβιο οργανισμό που κοιμάται βαθιά. Σιωπή και παραλογισμός, δράση και αδράνεια ενώνονται σε έναν και μοναδικό πόλο, όπου κάθε αφαίρεση συνιστά την ουσία σε έναν χρόνο που τελειώνει.
Ναταλία Κουτσούγερα
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Οι δυο παραστάσεις των Rosas/AnneTeresaDeKeersmaeker, PartitaII και VortexTemporum πραγματοποιήθηκαν στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από τις 12 έως τις 18 Δεκεμβρίου 2013.