
Η πρόσφατη εξαγγελία για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών στην Ελλάδα άνοιξε έναν νέο κύκλο δημόσιου διαλόγου, φέρνοντας στο προσκήνιο χρόνιες ελλείψεις αλλά και βαθύτερα ερωτήματα για την πολιτιστική πολιτική της χώρας μας. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που έχει δυνητικά μεγάλη σημασία, αλλά ταυτόχρονα συνοδεύεται από αβεβαιότητα, αντιδράσεις και εύλογο προβληματισμό.
Ένα χρόνιο αίτημα
Η απουσία ενός ενιαίου, ανώτατου φορέα σπουδών για το θέατρο, το χορό και άλλες παραστατικές τέχνες στην Ελλάδα αποτελεί για πολλούς ένα θεσμικό κενό που έπρεπε να έχει καλυφθεί εδώ και δεκαετίες. Οι υπάρχουσες δραματικές και χορευτικές σχολές, όσο αξιόλογες κι αν είναι, λειτουργούν κατά κύριο λόγο ως ιδιωτικές ή μη πανεπιστημιακές δομές, χωρίς την ακαδημαϊκή αναγνώριση και στήριξη που απολαμβάνουν άλλες τέχνες, όπως η μουσική ή οι εικαστικές τέχνες.
Η ίδρυση μιας Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών θα μπορούσε να προσφέρει μια συστηματική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και καλλιτεχνικά ουσιαστική εκπαίδευση σε τομείς που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην πολιτιστική ταυτότητα της χώρας. Παράλληλα, θα αναβάθμιζε το επαγγελματικό προφίλ των καλλιτεχνών, θα δημιουργούσε ερευνητικό πεδίο και θα έδινε τη δυνατότητα στους απόφοιτους να έχουν αναγνωρισμένα επαγγελματικά δικαιώματα.
Η ίδρυση μιας Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών σηματοδοτεί, πρωτίστως, την ακαδημαϊκή αναγνώριση κλάδων όπως το θέατρο, ο χορός, η όπερα, και οι παραστατικές τεχνικές, οι οποίοι μέχρι πρότινος διδάσκονταν κυρίως σε ιδιωτικές σχολές ή σε πανεπιστημιακά τμήματα που δεν κάλυπταν πλήρως τις εξειδικευμένες ανάγκες τους. Αυτή η αναγνώριση είναι ζωτικής σημασίας για την αναβάθμιση του κύρους των καλλιτεχνών, την επαγγελματική τους κατοχύρωση και την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών στην αγορά εργασίας, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας. Οι απόφοιτοι θα αποκτήσουν πλέον πτυχία με πλήρη ακαδημαϊκά και επαγγελματικά δικαιώματα, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για τη σταδιοδρομία τους.
Ο φόβος της γραφειοκρατίας και της αποστείρωσης
Ωστόσο, η καλλιτεχνική κοινότητα αντιμετωπίζει την είδηση με επιφύλαξη. Πολλοί φοβούνται ότι η ένταξη των παραστατικών τεχνών στο πανεπιστημιακό πλαίσιο θα οδηγήσει σε μια υπερβολική "ακαδημαϊκοποίηση" του καλλιτεχνικού έργου – ότι η τέχνη, η πράξη και το βίωμα θα υποχωρήσουν μπροστά στις θεωρητικές αναλύσεις και τις διοικητικές δομές. Υπάρχει επίσης ανησυχία για το κατά πόσο η Σχολή θα λειτουργεί με ανεξαρτησία ή αν θα ενταχθεί σε υπάρχουσες δομές που δεν κατανοούν την ιδιαιτερότητα των παραστατικών τεχνών.
Επιπλέον, δεν είναι ξεκάθαρο πώς θα ενσωματωθούν οι ήδη υπάρχουσες σχολές στο νέο τοπίο. Θα υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο; Θα αναγνωριστούν οι ήδη πτυχιούχοι ή θα δημιουργηθεί μια νέα "κάστα" αποφοίτων με αυξημένα προνόμια;
Προκλήσεις και Κρίσιμα Ερωτήματα
Παρά την αρχική αισιοδοξία, η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από την ικανότητά μας να απαντήσουμε σε μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα και να αντιμετωπίσουμε σημαντικές προκλήσεις.
Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι η επαρκής χρηματοδότηση και η διασφάλιση των απαραίτητων υποδομών. Μια Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών απαιτεί εξειδικευμένους χώρους διδασκαλίας, σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, εργαστήρια, αίθουσες προβών και παραστάσεων. Η επαρκής στελέχωση με εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό υψηλού επιπέδου, με πρακτική εμπειρία και ακαδημαϊκά προσόντα, είναι επίσης καθοριστική. Πώς θα εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εγχειρήματος σε ένα περιβάλλον όπου οι κρατικές δαπάνες για τον πολιτισμό συχνά υστερούν;
Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα είναι η φιλοσοφία και το πρόγραμμα σπουδών της Σχολής. Θα ακολουθήσει ένα παραδοσιακό μοντέλο ή θα υιοθετήσει καινοτόμες προσεγγίσεις που θα ενσωματώνουν τις σύγχρονες τάσεις των παραστατικών τεχνών; Θα δοθεί έμφαση στην έρευνα και στην πειραματική δημιουργία; Πώς θα διασφαλιστεί η σύνδεση της Σχολής με την ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή και τη διεθνή σκηνή; Η διαμόρφωση ενός προγράμματος που θα συνδυάζει τη θεωρητική γνώση με την πρακτική άσκηση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων είναι απαραίτητη.
Αναγκαίος διάλογος και συνδιαμόρφωση
Αυτό που φαίνεται να λείπει περισσότερο είναι ένας ουσιαστικός διάλογος με τους ίδιους τους ανθρώπους του χώρου: καλλιτέχνες, εκπαιδευτικούς, σπουδαστές, επαγγελματικά σωματεία. Η τέχνη δεν μπορεί να ρυθμίζεται μόνο με υπουργικές αποφάσεις και τεχνικές εκθέσεις. Η φωνή των ανθρώπων που ζουν και αναπνέουν μέσα από την πράξη της τέχνης είναι απαραίτητο να ακουστεί και να ενσωματωθεί στη διαδικασία.
Η Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο εκπαίδευσης, παραγωγής και έρευνας, αρκεί να μην αποκοπεί από την καλλιτεχνική πράξη και την κοινωνική πραγματικότητα. Πρέπει να είναι ένα ζωντανό κύτταρο δημιουργίας, κι όχι μια αποστειρωμένη γραφειοκρατική δομή.
Συμπέρασμα
Η ίδρυση μιας τέτοιας σχολής είναι μια ευκαιρία – αλλά και ένα στοίχημα. Μια χώρα με τόσο πλούσια θεατρική και χορευτική παράδοση οφείλει να στηρίξει συστηματικά τις παραστατικές τέχνες. Όμως αυτό πρέπει να γίνει με σεβασμό στην ιδιοσυγκρασία τους και με την ενεργή συμμετοχή των ανθρώπων που τις υπηρετούν. Η τέχνη δεν αντέχει άλλες "αποφάσεις ερήμην". Χρειάζεται ένα μέλλον με ρίζες – και αυτό απαιτεί σοβαρότητα, ειλικρίνεια και ανοιχτό μυαλό.
Εν κατακλείδι, η ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών δεν είναι απλώς ένα θεσμικό γεγονός. Είναι μια επένδυση στο μέλλον του ελληνικού πολιτισμού, μια υπόσχεση για την ανάπτυξη και την εξέλιξη των τεχνών που αναπνέουν και ζουν πάνω στη σκηνή. Για να ευδοκιμήσει αυτό το εγχείρημα, απαιτείται όραμα, συλλογική προσπάθεια, ουσιαστική στήριξη και η διάθεση να ξεπεραστούν οι όποιες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Μόνο τότε, η Σχολή θα μπορέσει να αποτελέσει έναν φάρο δημιουργίας και έμπνευσης, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αναγέννηση των παραστατικών τεχνών στην Ελλάδα.
Κώστας Βασιλιάγκος - Dancetheater.gr