Φεστιβάλ Αθηνών 2023: Σχόλια για έξι παραστάσεις χορού

6 parastseis xorou festival athinon 2023

 

Γράφει η Ναταλία Κουτσούγερα

Εν μέσω εκλογικών αναμετρήσεων και καύσωνα το Φεστιβάλ Αθηνών μας περίμενε και φέτος με παραστάσεις διάσημων χορογράφων από το εξωτερικό, νέων αλλά και καταξιωμένων ελλήνων/δων χορογράφων και χορευτών/τριών. Οι θεματικές του πολυδιάστατες, αν και όχι ιδιαίτερα συγκοινωνούσες στην πλαισίωση του προγράμματος χορού, άγγιζαν ζητήματα φθοράς, πόνου, τραύματος, εσωστρέφειας, αγριότητας, χορολογικής διαμεσολάβησης, ιστορικότητας και αρχειακότητας. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα αναφερθώ σε έξι παραστάσεις χορού στις οποίες μου δόθηκε η δυνατότητα να συμμετάσχω ως θεάτρια.


Το Επώδυνα Εύκολο της Ανδρονίκης Μαραθάκη & Cloudsdonthaveshape εμπνευσμένο θα έλεγα από την πρακτική του Butoh και ρέποντας περισσότερο προς το performance, επεξεργάζεται τη σχέση πόνου, απόλαυσης, σώματος και αισθητήριας εμπειρίας. Τα τέσσερα αυτά σημεία δένονται μέσα από τα επιφωνήματα των τεσσάρων κοκκινοφορεμένων περφόρμερ (Έλτον Πέτρη, Σοφία Πουχτού, Δέσποινα Σανιδά-Κρεζία, Δέσποινα Χατζηπαυλίδου) και ενός μικροφώνου Madras το οποίο συνδέεται με ένα λευκό γλυπτό-τοτέμ στη μέση της σκηνής, στο οποίο και αντηχούν οι φωνές τους. Τ@ perform@ δεν βρίσκονται ποτέ μαζί, βρίσκονται πάντα σε αυτοάμυνα και συνδιαμορφώνουν μια κατάσταση αλληλεξάρτησης, μια συνθήκη στην οποία αναγκάζεται να βρεθεί βίαια το σώμα που πονά. Αυτοσχεδιάζουν με ανάλαφρα χτυπήματα και αγγίγματα που δημιουργούν πόνο συγχωνευμένο με μια αίσθηση απόλαυσης. Ο πόνος δημιουργεί υποκειμενοποιήσεις εναλλακτικές, ριζωματικές και αντικομφορμιστικές, διαρκείς διασπάσεις προσοχής και νευρώσεις. Δημιουργεί υποκείμενα έτοιμα για όλα, θραυσματικά και αποσυντιθέμενα, με κύριο χαρακτηριστικό τους την έλλειψη της ανεμελιάς, βρισκόμενα σε μια διαρκή ετοιμότητα. Η σωματική γλώσσα του Επώδυνα Εύκολο αναδεικνύει αυτές τις πλευρές με τις οσμώσεις και τις απομονώσεις των χορευτών/τριών και την έκκεντρη επιτελεστικότητά τους, αλλά και με μια δράση που φαίνεται διαρκώς ανολοκλήρωτη και αποσπασματική. Αυτή η πραγματικότητα ωστόσο τ@ ενδυναμώνει και τ@ συνδέει με αντίστοιχα οριακά υπο(από)κείμενα τα οποία μοιράζονται σχέσεις σωματικού και ψυχοσωματικού πόνου. Οι αντίλαλοι που κατασκευάζουν το ηχητικό τοπίο μας μεταφέρουν την αίσθηση ότι σε συνθήκες πόνου το άτομο βγαίνει έξω από την κατεστημένη εικόνα για τον εαυτό του, αιωρείται ψηλά και εκ του μακρόθεν αναστοχάζεται προκειμένου να αναζητήσει την ανακούφιση μέσα από ένα άλλο σώμα. Έτσι η παράσταση ξεκίνησε με συνένωση σωμάτων και κατέληξε με συνένωση σωμάτων και σε ένα σωματικο-ακουστικό γλυπτό.


Η Αγνή Παπαδέλη Ρωσσέτου με την παράστασή της Η Απόλαυση της Αναπαράστασης αποδεικνύει την εφευρετικότητά της και την ικανότητά της να εξελίσσει τις δομές των προηγούμενων έργων της. Χρησιμοποιώντας τα πιο περιθωριοποιημένα μέρη του σώματος στη χορευτική περφόρμανς και στον χορό, όπως η κοιλιά και το πρόσωπο, επανεφαρμόζει τις διαστρεβλωτικές και παραμορφωτικές καλοδουλεμένες τεχνικές της για να αναδείξει την καταλυτική δύναμη της φθοράς στο χρόνο αλλά και της ασχήμιας που εναλλάσσονται σε μια ποιητική. Έτσι εναντιώνεται στα κατεστημένα ομορφοποιητικά και νεανιστικά πρότυπα της εποχής μας που θέλουν το γυναικείο σώμα να υποτάσσεται στις νέες προτάσεις της φαρμακο-καλλυντικής βιομηχανίας. Τρία γυναικεία σώματα (Τιτή Αντωνοπούλου, Σάνια Στριμπάκου, Αγνή Παπαδέλη Ρωσσέτου) κείτονται στους ήχους νεραϊδομουρμουριτών καθώς κινούν τις φουσκωμένες κοιλιές τους ρυθμικά. Με αυτό το αντι-αισθησιακό show ξεκινά και η παράσταση για να συνεχίσει αντι-αισθησιακά με τα στραβώματα του στόματος των τριών περφόρμερ που τραβούν την ματιά μας από τα σώματα. Οι παραμορφώσεις του προσώπου και οι μορφασμοί χορογραφούνται ωστόσο αναλόγως με αυτά.

Η σωματική κίνηση αποτελείται από ανάλαφρα αλληλοαγγίγματα ενώ η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τη σχέση των τριών γυναικών που θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς ακόμα και ως οικογενειακή (η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα θα μπορούσε να είναι η μητέρα και οι άλλες δυο οι αδερφές). Παράλληλα δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς αν είναι φίλες ή εχθροί καθώς επιδίδονται σε «κατινίστικες» αλλόκοτες εκφράσεις που μας κάνουν να γελούμε ή και να αποφεύγουμε να διασταυρωθούμε με τα πρόσωπα που τις ενεργοποιούν. Τα σώματα μοιάζουν να συγχωνεύονται διαρκώς και έτσι συγχώνευση και οδύνη συνθέτουν το πεδίο της φθοράς για την Παπαδέλη Ρωσσέτου. Η έκπτωση του χαρακτήρα και η παραγωγή της ασχήμιας (η οποία μετουσιώνεται σε ανθρώπινο γλυπτό) αντιδιαστέλλονται με τη σύγχρονη τάση για ομορφιά και «χάρη». Οι πράξεις τελούνται στο ημίφως και τα σώματα πότε χωρίζονται και πότε ενώνονται. Η εξισορρόπηση της χορογραφίας του προσώπου με τη χορογραφία του σώματος ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα στο οποίο οι περφόρμερ ανταπεξήλθαν με απόλυτη επιτυχία. Η τρυφερότητα εκφράζεται και διαχέεται στο τέλος της παράστασης καθώς πότε η μία και πότε η άλλη (Σάνια Σριμπάκου, Αγνή Παπαδέλη Ρωσσέτου), μέσα από την διεκδίκηση, αγκαλιάζουν την ασπρομάλλα γυναίκα (Τιτή Αντωνοπούλου).


Στη Σιωπή των RootlessRoot (Λίντα Καπετανέα, Jozef Fruček) αν και καθόλα εντυπωσιακή μας μπέρδεψε λιγάκι ως προς το διακύβευμά της, τη διερεύνηση της σιωπής. Εστιάζει θα έλεγα στις πιο σκοτεινές, θρηνητικές όψεις της, αφήνοντας απέξω αρκετές άλλες διαστάσεις και δυνατότητες τις οποίες στιγμιαία ντύνει με θόρυβο (αντιπαραθέτοντας την κλασική αθόρυβη αναπαράστασή της), χωρίς ωστόσο να τις αναλύει χορογραφικά εν τω βάθει. Με την έμφαση να κυλά μια προς τη θεατρικότητα και μια προς το χορό, η αφήγηση μένει εσκεμμένα μετέωρη αλλά σε βαθμό τέτοιο που οι θεατές καταλήγουμε να αναζητούμε διαρκώς το νόημα και το βάθος, τη συνειρμική και αισθητηριακή επαφή με την αίσθηση της σιωπής. Η διαδικασία αυτή μας κούρασε αρκετά και ίσως με λιγότερα δρώμενα θα μπορούσαν να ειπωθούν περισσότερα πράγματα. Ένας μαυροφορεμένος κουστουμαρισμένος άνθρωπος με μια λευκή εντυπωσιακή μάσκα, χτυπά παλαμάκια και μας υποδέχεται αρχικά στη σκηνή, ενώ ένας εφήμερος πρωταγωνιστής αφηγείται μια ιστορία της αρχαίας μυθολογίας η οποία φαίνεται περιφερειακά να δένει με τη θεματική της χορογραφίας εστιάζοντας στην απώλεια, την εγκατάλειψη, την επισφάλεια και το πένθος. Η δεύτερη σκηνή ανοίγει με ηλεκτροφόρα σχοινιά που κρατούν άνδρες περφόρμερ οι οποίοι μοιάζουν να ανταγωνίζονται με άρματα σε ρωμαϊκή αρένα. Συμβολισμός της σύγχρονης ανταγωνιστικότητας στο πλαίσιο του τεχνοκρατισμού. Σε ένα ομιχλώδες και «σεισμικό» ηχητικό τοπίο που διαρκεί καθόλη τη διάρκεια της παράστασης ένας μάγος μέρλιν δημιουργεί ένα νεκροκρέβατο ενώ δήμιοι και χάροι τον παρακολουθούν.

Η Λίντα Καπετανέα υποδυόμενη μια άφυλη μορφή ξεδιπλώνει επίσης έναν αλχημιστικό χορό με συνεχόμενα hands performance που θυμίζει μαύρη μαγεία, ενώ δίνεται έμφαση στη θηλυκότητα λίγο αργότερα με το χορευτικό της σόλο με μια άλλη χορεύτρια. Τα δυο κορυφαία στιγμιότυπα του έργου όπου η ικανότητα των χορευτών/τριών ήταν διάχυτα και μας μάγεψε ήταν οι διαδράσεις και οι οσμώσεις των περφόρμερ (Aλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Γιώργος Δερέσκος, Λίντα Καπετανέα, Αναστάσης Καραχανίδης, Μαρία Μπρέγιαννη, Χρήστος Στρινόπουλος) μέσα από μια αλληγορική ανταλλαγή θέσεων, συγκολλήσεων και αφημάτων στα σώματα των «άλλων», όπως και ο θαλάσσιος χορός της νεκρής επάνω στον τύμβο. Η χορογραφία στο σύνολό της συνίσταται από έντονα τραντάγματα και δονήσεις που χρησιμοποιούνται για να δώσουν έμφαση στην αναταραχή και στη διάρρηξη που προκαλεί η εμπειρία της σιωπής. Αυτό που επιχείρησε να καταδείξει η ομάδα φαίνεται ότι ήταν η ηχηρή γλώσσα της σιωπής, δίνοντας ωστόσο μονομερώς την έμφαση στην πένθιμη έκφανσή της και γεμίζοντάς μας σε υπερθετικό βαθμό με εικαστικές εικόνες και χορογραφίες που δεν έδεναν ωστόσο ως προς το συνολικό διακύβευμα που συμπυκνώνει ο τίτλος.

Ωστόσο ο Jerôme Bel ήταν αδιαμφισβήτητα ο κυρίαρχος χορογράφος του φετινού φεστιβάλ με δυο ιντριγκαδόρικες παραστάσεις-performances όπου το προσωπικό βίωμα χάνεται στον διυποκειμενισμό ενώ η αναπαράσταση, η αρχειακότητα αλλά και η μίμηση αποδομούνται ιδιόμορφα μέσα από την έμφαση στη φωνή και στο λόγο και όχι από τον αποκλεισμό τους. Ο χορός για τον Bel δεν συνιστά παντομίμα αλλά άκρως ανοιχτή σε ανάγνωση ποιητικότητα. Επιχειρεί μέσα από τις δυο παραστάσεις του να μας δείξει πως ο λόγος δεν συνιστά de facto λογοκεντρικό σχήμα. Λογοκεντρικός γίνεται μόνο όταν συνιστά παντομίμα όχι χορό. Γιατί ο χορός είναι οργανικά αντι-λογοκεντρικός. Μολοταύτα, από ένα σημείο και έπειτα, όπου ο χορογράφος πετυχαίνει τον θεωρητικό στόχο του μέσα από τη διαρκή χρήση φωνής και λόγου (ειδικά στην πρώτη παράσταση), θα μπορούσε να είχε γίνει περισσότερο επιδραστικός και μη-κατευθυνόμενος χωρίς τη συνεχόμενη χρήση τους.

Με την πρώτη παράστασή του, Ισιδώρα Ντάνκαν, αφιερωμένη στην εμβληματική χορογράφο του 20ου αιώνα και μητέρα του σύγχρονου χορού, βρίσκει μια δίοδο για να αυτοπαρουσιαστεί και να δηλώσει τη διαμεσολαβημένη ερμηνεία της, αλλά και να μας εντάξει στο συλλογισμό του για τη συνεργασία του με την ανεπανάληπτη και απερίγραπτη Elisabeth Schwartz. Εκφράζει απερίφραστα την προσωπική του τοποθέτηση ως προς την προσωπικότητα της Ντάνκαν και τη γοητεία που του άσκησε στην καριέρα του. Στόχος του ήταν να αποδομήσει τη μιντιακή φιγούρα της Ντάνκαν ως μιας «ανάλαφρης τρελής και γραφικής χορεύτριας με λουλούδια» όπως είχε καταγραφεί στη συνείδηση του Γαλλικού κοινού. Εστιάζει κυρίως στη σχέση της Elisabeth με τις μαθήτριες που μετέφεραν την παράδοση της Ντάνκαν (Isadorables). Επάνω στην αφήγηση του Bel η Schwartz ξεδιπλώνει διάφορες χορογραφίες της Ντάνκαν με διαφορετικές αμφιέσεις (ελληνικός χιτώνας, λευκό ανάλαφρο φόρεμα, έντονο κόκκινο φόρεμα).

Ο Βel επιμένει στο να μας περιγράφει και να μας επεξηγεί χειρουργικά και σε μια επαναληπτικότητα τις χορογραφίες της, όχι ωστόσο με στόχο την καθεαυτό αναλυτική ταύτιση αλλά την όξυνση της διορατικότητάς μας και μια «εκπαίδευση» στο νόημα της τέλεσης που συχνά στο πλαίσιο της πολλαπλότητας του μεταμοντερνισμού υποσκελίζεται. Γι’ αυτό και αφήνει κενά ανάμεσα στην επιτέλεση και στην επεξήγηση της χορογραφίας, έτσι ώστε τ@ θεατ@ να πάρουν το χρόνο τους. Τόσο η Elisabeth με την τεράστια ποιότητα της χορευτικής της περφόρμανς όσο και ο Bel τονίζουν τις λεπτεπίλεπτες όψεις της χορευτικής κίνησης που υπηρετούσε η Ντάνκαν η οποία βασιζόταν σε μια ιδιάζουσα απλότητα και ακρίβεια της μεταφοράς της ανθρώπινης συναισθηματικότητας. Εστίαζε σε μια λεπτοφυή μεταχείριση και κινητική αποτύπωση του καθημερινού, του πολιτικού και του τραύματος μέσα από τις γήινες αποχρώσεις και την οξύνοια του σύγχρονου χορού σε αντίθεση με τον ψυχρό φορμαλισμό του μπαλέτου που η ίδια όπως μας είπε ο Bel απεχθανόταν. Όψεις διαχρονικές, διιστορικές, πανανθρώπινες και με αναλλοίωτη πολιτική αξία. Η παρακαταθήκη της Ντάνκαν στην «εκπαίδευση» και στη διδασκαλία τονίστηκαν με το προσκάλεσμα στη σκηνή των χορευτών/τριών που παρακολουθούσαν το θέαμα, ενώ η συγκίνησή μας κορυφώθηκε με την αφήγηση της δραματικής απώλειας των παιδιών της και της σχετικής χορογραφίας της «μητέρας» που γεννά τα παιδιά της, τα γαλουχεί, τα παραδίδει στον κόσμο και μετά τα αποχαιρετά. Τόση απλότητα στην μεταφορά της απόλυτης πανανθρώπινης εμπειρίας της απώλειας και της σημειολογίας της που περιγράφεται με το πιο απλό λεξιλόγιο. Για το τέλος της πρώτης αυτής παράστασης ο Bel επιλέγει να δώσει έμφαση στο επαναστατικό κομμάτι της Ντάνκαν μέσα από τη χορογραφία της εμπνευσμένη από τη Ρωσική Επανάσταση. Όπως μας είπε τον γοήτευσε αυτή η χορογραφία γιατί αντιδιαστέλλεται σε μια σύγχρονη νωθρότητα και έλλειψη επαναστατικού και ανατρεπτικού πνεύματος. Όπως δήλωσε η Elisabeth Schwartz στη συνέντευξη τους λίγο αργότερα, αυτό που πραγματικά την συνεπήρε στην προσωπικότητα και χορευτικότητα της Ντάνκαν ήταν η αίσθηση του bonheur την οποία η διάσημη χορογράφος διατηρούσε παρά τις συνεχείς αντιξοότητες και αλλεπάλληλες καταστροφές που καλέστηκε να αντιμετωπίσει. Για εκείνη, το να βλέπει την Ντάνκαν να μην καταρρέει αλλά να συνεχίζει μαχητικά στο παρόν ήταν λυτρωτικό.

Στη δεύτερη παράσταση του Bel ονομαζόμενη Σταυρούλα Σιάμου, η Σταυρούλα Σιάμου βρίσκεται στο απόλυτο κέντρο σε μια ακούραστη και αξιοθαύμαστη περφόρμανς ακατάπαυστου λόγου όπου παρουσιάζει το βιογραφικό του Bel και τα στάδια στα οποία πέρασε για να φτάσει στις παραστάσεις του για την Ντανκαν. Η Σιάμου καταφέρνει να οικειοποιηθεί τον «άλλον» (Βel) κρατώντας ωστόσο και τη δική της ιδιοσυγκρασία πέρα από μια στείρα μίμηση και να μας μεταφέρει αυτή την υβριδική οικειοποίηση επιτελεστικά. Έτσι παρακολουθούμε τις διαδρομές τους και τους ταξικούς/επαγγελματικούς αυτοστοχασμούς τους μέσα από την προβολή διάφορων βίντεο που περιγράφουν την καριέρα του Bel. Μέσα από ένα ταξίδι στον χρόνο και χρησιμοποιώντας το καυστικό χιούμορ του χορογράφου, η Σιάμου μας μεταφέρει ενδόμυχα στις τραυματικές εμπειρίες του Βel όπως τον θάνατο φίλων του από HIV, τις επιρροές του με χορογράφους όπως η Pina Bausch, τη σχέση του με το γυμνό σώμα και την έμφαση σε θεματικές όπως η σεξουαλικότητα, η κατανάλωση και η αναπηρία, διαμεσολαβημένες από τις εμπειρίες της προσωπικής του ζωής που τον έφερναν κάθε φορά στην αναζήτηση καινούργιων κατωφλιών. Εξαιρετική ήταν η κωμικοτραγική περφόρμανς της μπαλαρίνας που θέλει να χορέψει σε πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά τελικά παραμένει στην υπεξούσια θέση της σε δεύτερο ρόλο (περιμένοντας ευλαβικά τη σειρά της) ενώ ενδόμυχα θέλει να ουρλιάξει, αλλά και οι πρώτες περφόρμανς του Bel σε σχέση με τη φθορά του σώματος. Θα μας άρεσε να βλέπαμε ενδεχομένως και τη Σιάμου σε κάποια προσωπική χορευτική ερμηνεία/περφόρμανς σε σχέση με τη δουλειά του Bel, αλλά ο πληθωρικός χορογράφος δεν άφησε χώρο, όπως και στη προηγούμενη παράσταση, για περισσότερη αναστοχαστική συμμετοχή των συνεργατριών του.

Οι παραστάσεις χορού του Φεστιβάλ κλείνουν απροσδόκητα και αφαιρετικά με την εξαιρετική παράσταση της Λενιώς Κακλέα, Το Αγρίμι/Fauve, σε πρωτότυπη δραματουργία Lou Forster το οποίο εξερευνά την κανιβαλιστική και ζωώδη φύση του ανθρώπου με εικαστικό φόντο το δάσος. Εκκινώντας από ένα σκηνικό που αποτελείται από σάκους του μποξ και στύλους pole dancing τρεις περφόρμερ (Λενιώ Κακλέα, Γιώργος Κοτσιφάκης, Ιωάννα Παρασκευοπούλου) σε ρυθμικούς ροκ ήχους ξεδιπλώνουν τις χορογραφίες τους που αποτελούνται από έντονα footworks, ερωτικά χτυπήματα γλουτών, τρεμάμενα μέλη, θηλυκές και κουίρ κινήσεις που εμπνέονται από το χορό voguing καθώς και αγγίγματα σε γεννητικά όργανα σκιαγραφόντας ένα σύγχρονο τοπίο διασκέδασης και ανεμελιάς σε έναν πολυσεξουαλικό και υποτιθέμενο ανεκτικό κόσμο. Άξαφνα ο Γιώργος Κοτσιφάκης τυφλώνεται από ένα φώς και ξεκινά μια διαφορετική διαδικασία συνεύρεσης μεταξύ τους, όπου ευθυγραμμισμένοι σε διάφορες τροχιές κινούνται μαζί αλλάζοντας βλέμματα και κατευθύνσεις. Στις οθόνες που βρίσκονται κατά μήκος της σκηνής ξεκινά η απρόσμενη αφήγηση μιας αόριστης ιστορίας κανιβαλισμού που λαμβάνει χώρα σε ένα δάσος. Η αφηγήτρια σαν να αφηγείται παραμύθι αναφέρεται στον κατακρεουργισμό ενός ανθρώπου που συγκρίνεται με τον διαμελισμό ενός αγριμιού, μιας αρκούδας. Ως θεατές ξεκινάμε να αντιλαμβανόμαστε σιγά σιγά ότι αρχίζει να επικρατεί ένα φιλοσοφικό βάθος στην παράσταση και ακριβώς εκεί έγκειται η μεγάλη επιτυχία της. Στο ότι το θεωρητικό και το κοινωνικο-πολιτικό προκύπτει αβίαστα χωρίς καμία επιτήδευση, μέσα από το χορό και όχι αντίστροφα. Έτσι αυτό που ακολουθεί στη συνέχεια μας κυριεύει απόλυτα και μας κρατά το ενδιαφέρον έως το τέλος. Το σκοτάδι απλώνεται και τα ημίγυμνα σώματα ψάχνουν με ένα φακό που αντανακλά στο κοινό την αγρίμια τους, ως αγρίμια που αποζητούν να βρουν άλλα αγρίμια όπως έχει ακριβώς προηγηθεί στην αφήγηση. Εδώ η χορογραφία κορυφώνεται με παράξενα στροβιλιστικά σωματικά γλυπτά στο έδαφος, παιδικές κινήσεις που θυμίζουν το παιχνίδι «γύρω γύρω όλοι», ενώ το εξωγήινο στοιχείο τονίζεται μέσω της μουσικής επένδυσης δημιουργώντας μια συμπαντική ατμόσφαιρα. Τα σώματα αντιστέκονται σε όποια κανονικότητα και η κουιρότητά τους προβάλλεται στο video wall με την έμφαση στα πρόσωπά τους για να ολοκληρωθεί με την προβολή του δάσους που τονίζει την μυστηριακότητα, το αχανές, το άβατο. Από εκεί και ύστερα ξεκινά ένα σαδομαζοχιστικό χορευτικό παιχνίδι μεταξύ τους με μια αλυσίδα που χρησιμοποιείται από όλ@ τα@ περφόρμ@ σε διάφορες πόζες και δράσεις ενώ ο ήχος του ελικόπτερου μας υπενθυμίζει το καθεστώς επιτήρησης και το σύγχρονο πανόπτικο. Σε ένα τοπίο κεραυνών για το τέλος, με το δάσος στο background, οι χορευτές/τριες παίρνουν το χρόνο τους για να σκαρφαλώσουν στους στύλους pole dancing αλλάζοντας διάφορες στάσεις στο μεταίχμιο του ανθρώπου και του πιθήκου. Το συγκλονιστικό και απόλυτα διαισθαντικό και διασωματικό θέαμα κλείνει με το σκάσιμο του σάκου του μποξ απ’ όπου τρέχει άφθονο νερό, δροσίζοντάς μας και παράλληλά μεταφέροντάς μας στη δροσιά του δάσους στο αποκορύφωμα του φετινού καύσωνα.

Ναταλία Κουτσούγερα

Read 5448 times Last modified on Κυριακή, 23 Ιουλίου 2023 09:34

Follow Us