"Ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων" του Σπύρου Κουβαρά: Μια Χορογραφική Ωδή στον Νέο Ανθρωπισμό

kipos epigeion apolafseon

O Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων | Σπύρος Κουβαράς | Synthesis 748 Dance Co.

Της Ναταλίας Κουτσούγερα

Η αλήθεια είναι πώς έχουμε ταυτίσει τον Σπύρο Κουβαρά και τις παραστάσεις του με την επιτελεστική και χορευτική τελετουργική αποτύπωση της ετεροτοπίας (ή και συχνά της δυστοπίας) που χτίζεται με διαφορετικούς τρόπους στα περισσότερα από τα έργα του. Τα υποκείμενα που περιγράφονται στις παραστάσεις του Κουβαρά ποτέ δεν απεγκλωβίζονται από την αέναη τραγικότητα του δυστοπικού χάους που προκαλείται από τις σύγχρονες κοινωνικο-πολιτικές και αποξενωτικές συνθήκες. Ούτε οδεύουν προς μία κάθαρση που θα τους/τις εξισορροπήσει. Αυτή τη φορά ωστόσο ο χορογράφος πειραματίζεται με την έννοια της ουτοπίας και την αιώνια επιστροφή της, τονίζοντας με τον δικό του τρόπο την τεράστια σημασία που λαμβάνει στο πλαίσιο της δεδομένης τεχνοψηφιακής και από-ανθρωποποιητικής ανθρωπόκαινου εποχής όπου παρατηρούμε το εξής παράδοξο: Ενώ η ουτοπία αποδομείται συνεχώς σε μια καθημερινότητα και θεωρείται ολοένα και περισσότερο ανεδαφική, ευάλωτη και ακατάλληλη για να δομήσει ή να διασώσει την ανθρώπινη κατάσταση, παράλληλα είναι αναγκαία όσο ποτέ για την αναζήτηση του υγιούς ουμανισμού και για τη σωτηρία του ενσυναισθητικού ανθρώπου από το βίαιο πένθος της απώλειας της ανθρώπινη επαφής και ευαισθησίας.

Στο «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων», ο Σπύρος Κουβαράς αντιστρέφει τα πράγματα για να μας μιλήσει για μια ευδαιμονική ουτοπία που έρχεται από το μέλλον και όχι ακριβώς από το παρελθόν για να διασώσει το ανθρώπινο. Αν και αισθανόμαστε ότι αυτή η ουτοπία είναι διαφορετική από άλλες γιατί απεκδύεται οραματισμούς και αναπαραστάσεις του παρελθόντος (προτείνεται μάλλον σε μια καθαρότητα και α-ιστορικότητα από παλαιότερες μορφές) αναγνωρίζουμε σε αυτήν στοιχεία από το παρελθόν, μέσα από τις ίδιες τις θραυσματικές μνήμες που μας δένουν υποκειμενικά με τη φύση. Η ουτοπία αυτή ταυτίζεται με μια ολοκληρωτική αναγέννηση στη βάση ενός ανθρώπινου στοιχείου που επανενώνεται τελετουργικά με τη φύση και τα υλικά της, οργανικά και σταδιακά. Χωρίς όμως να δημιουργεί αυτή η αναγέννηση cyborg, κυβοργιακά σώματα (κατά Χάραγουει) που μπορεί να μας παραπέμπουν σε έναν τεχνοπολιτισμό, αλλά εκ των πραγμάτων σαρκικά σώματα, που δένονται το ένα με το άλλο και βρίσκονται πάντα σε άρρηκτη σχέση με το περιβάλλον. Στην χορογραφική εννοιολόγηση του Κουβαρά δεν υπάρχει καμία αναφορά σε υβριδοποίηση ή συγχώνευση. Το ανθρώπινο απλά κείτεται και «είναι» στο κόσμο (being in the world). Η ένωση με το φυσικό ήταν ξεκάθαρα πάντα εκεί και μια σουρεαλιστική κινηματογραφική τεχνοτροπία (που μεταδίδεται ως άκρως φυσική) έρχεται απλώς να το αποκαλύψει. Ο Κουβαράς έχει σοβαρή πολιτική πρόταση, και αυτή είναι η επανένωση με το αδιαμεσολάβητα φυσικό και άγριο.

Όπως δήλωσα και κατ’ ιδίαν στον χορογράφο, πρόκειται για ένα εφ όλης της ύλης αντι-τεχνοψηφιακό μανιφέστο που βασίζεται στην οργανική σύμπτωση του ανθρώπινου σώματος με το πράσινο χρώμα, την ατμόσφαιρα του άγριου δάσους και το μυστήριο του κήπου, την ανεμελιά του λιβαδιού, ανασύροντας μια αίσθηση που μας καταβάλει από γεννησιμιού μας. Τον εναγκαλισμό της φύσης• της παιδικής φαντασίωσης της απόλυτης ένωσης με το απέραντο πράσινο λιβάδι. Η φαντασίωση αυτή έρχεται ως απόλυτη αναγκαιότητα επιβίωσης στο σήμερα, σε μια εποχή που το ανθρώπινο σε ένα τοπίο διαρκών πολεμοχαρών νοοτροπιών και αλλοτριωτικών μηχανισμών, χάνει την επαφή του με το οργανικό, το φυσικό και το αλτρουιστικό. Σε μια ανθρωπόκαινο εποχή όπου η ανθρώπινη ματαιοδοξία οργώνει στην κυριολεξία οτιδήποτε φυσικό, μια απαλλοτρίωση που δεν εντοπίζεται μόνο έξω από τον άνθρωπο, από τον άνθρωπο προς τον άλλον άνθρωπο, τη φύση και τα ζώα, αλλά και μέσα στον ίδιο, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό. Σε αυτό το ζοφερό κλίμα ο Κουβαράς μας υπενθυμίζει ότι η πρόταση είναι μόνο μία. Το τελετουργικό άφημα στο (αυτό)άγγιγμα, στον απελευθερωμένο έρωτα, στο Rave.

Είναι η πρώτη φορά επίσης που ο Σπύρος Κουβαράς πειραματίζεται τόσο έντονα με video art και τα πηγαίνει εξαιρετικά, καταφέρνοντας να μας ενώσει άμεσα με την αίσθηση του κήπου των επίγειων απολαύσεων, του τρίπτυχου πίνακα του Ιερώνυμου Μπος, απεικονίζοντας τα τρία πάνελ (Παράδεισος/Αμαρτία/Κόλαση). Το γυμνό σώμα της Μάγδας Αργυρίδου μας ανοίγει την αυλαία, ένα σώμα που εορτάζει την ατομικότητά του καθώς διεισδύει στο καταπράσινο δάσος στο video wall, ενώ ο Σπύρος Κουβαράς και η Σεμίνα Ρίζου παίζουν με τα σώματά τους, αγγίζοντας ελαφρά ο ένας το σώμα του άλλου σε ένα τοπίο που αποτελείται από μήλα, φυτά, γρασίδι και πολύχρωμα βότσαλα. Τα σώματα που αστράφτουν από πράσινο γκλίτερ, φορώντας μόνο τα πολύχρωμα τζιν τους, στέκουν με ελαστικότητα καθισμένα, γερμένα ή όρθια κρατώντας το ένα το άλλο. Στο φαντασιακό μας θα μπορούσαν να είναι είτε αποκλειστικά ανθρώπινα ή να παραπέμπουν σε μικροργανισμούς όπως οι αμοιβάδες και τα σαλιγκάρια ενώ η κίνησή τους θα λέγαμε ότι μοιάζει με κυτταρική διαμορφώνοντας πότε αποκλείσεις και πότε ενώσεις. Όπως ξετυλίγεται το σκηνικό η εξαιρετικά δουλεμένη κίνηση, τραβά το βλέμμα των θεατών προς το κέντρο του σώματος κάθε χορευτή/τριας. Κάθε κίνηση διέπεται από μια μελετημένη φόρμα έτσι ώστε να υπηρετείται κάθε φορά το θέμα που ξετυλίγεται. Η αναζήτηση του πρωτόλειου, η στροφή προς την ευδαιμονία για την θεραπεία του εαυτού σε σχέση πάντα με τους άλλους, το Rave. Η θεραπευτική αμαρτία που μοιάζει με ένα τεράστιο ηδονιστικό πάρτι.

Το παραλήρημα του Rave την καθιστά την πιο χορευτική παράσταση του Κουβαρά από ποτέ και με τον τρόπο του μας συμπαρασύρει απόλυτα μέσα στη δίνη του. Οι δονήσεις των σωμάτων συντονίζονται με την διαρκή κλιμάκωση των εντάσεων της ηλεκτρονικής μουσικής η οποία φαίνεται ότι υπηρετεί τους στόχους του Κουβαρά, στο να τονίσει την αποκαλυπτική αναγέννηση σε μια μελλοντικότητα ως μια επιτακτική ανάγκη επιβίωσης και ως μια ξεκάθαρη αντίθεση στο ανθρωποφαγικό τώρα. Δίνεται παράλληλα μέσα από την κίνηση των σωμάτων και την συνθετική μουσική σε μια παραδοξότητα η αίσθηση μια διαρκούς τεχνολογικής εξέλιξης καλλιεργώντας ωστόσο την παράδοξη απουσία του τεχνολογικού. Άλλη μια ειρωνική σημείωση του χορογράφου για την κακοδιαχείριση της τεχνολογικής εξέλιξης και για το ανούσιο της χρήσης της όπως ορίζεται στο σήμερα.

Το γυμνό είναι εκεί για να μας τονίσει την βουλιμική προσκόλλησή μας στα υλικά αγαθά και την κατανάλωση, αλλά και την αναγκαιότητα για μια απλότητα που πρέπει να ανακτηθεί. Η σταδιακή αφαίρεση των ρούχων και οι αργές κινήσεις περιγράφουν την επιθυμία για να πάρει κανείς χρόνο και χώρο να ζήσει το τώρα, οργανικά και ουσιαστικά. Το τέλος με το γυμνό ζευγάρι και το φόντο στο βίντεο wall του δάσους είναι η μνεία στην ένωση των σωμάτων και η αντίσταση στην απομόνωση που παράγει το νεοφιλελεύθερο έθος. Ένα ναι στη ζωή και στη συγκατοίκηση, και ένα όχι στην απομόνωση του εγωκεντρικού εαυτού. Οι μάσκες ζώων δεν λειτουργούν διαιρετικά και σε αντίθεση ως προς το ανθρώπινο στοιχείο, γι’ αυτό και δεν προτείνεται κανενός είδους υβριδοποίηση ή κυβοργιοποίηση. Οι μάσκες ζώων αλλά και τα ίδια τα σώματα με τις κινήσεις τους είναι εκεί για να υπηρετήσουν την ενότητα που προϋπάρχει προ-λογικά με το ζωικό και το φυσικό πέρα από κάθε πλαισίωση. Η ενότητα αυτή μας λέει ο Κουβαράς δεν αποδίδεται με οποιονδήποτε μεταμοντέρνο τρόπο συγχώνευσης. Τέλος, η σωτηρία για τον χορογράφο βρίσκεται εκεί. Στην σπλαχνική επανένωση με τα άλλα σώματα και με τη φύση, που είναι μπροστά μας μεν αλλά την αγνοούμε. Αλλά και στην ελπίδα για έναν νέο κόσμο που έρχεται μακριά από τις σύγχρονες μορφές απαλλοτρίωσης και βίας. Μια ελπίδα σε μια κοινότητα που μπορεί να είναι εφήμερη και ad-hoc αλλά μπορεί να είναι συνάμα απελευθερωτική και ενσυναισθητική. Γι’ αυτό και όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της παράστασης επαναλαμβάνεται η ρήση «έχω δει πράγματα που μόνο να ονειρευτεί κανείς μπορεί. Έχω βρεθεί εκεί».

 

Ναταλία Κουτσούγερα / Dancetheater.gr

Last modified on Τετάρτη, 29 Απριλίου 2026 23:00

Follow Us